Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

Υπόνοια

Έναν ουρανό να ζωγράφιζα και να στεκόμουν ανάμεσα σε μπλε και γαλάζιο. Κρατώντας τα κραγιόνια στο χέρι σύρθηκα στους διαδρόμους και ακούμπησα το βλέμμα μου στο λευκό καμβά του τοίχου. Στην υγειά σου. Ακόμη δεν ήπια γουλιά και σταμάτησε η γιορτή στο διπλανό οικόπεδο. Κάποιος προφασίστηκε πως έγκωσε από την χαρά και τα πανηγύρια και εγώ, βρήκα ησυχία στην ζωγραφιά.
Όλοι κρατούν κάτι δικό τους, κράτησα τα κραγιόνια στο χέρι και δεν τα άφησα έως ότου να βγει ο ήλιος στο γαλάζιο και στο μπλε.
Πρόποση, ποτήρι ψηλά και ο κρότος που ακούστηκε ήταν αρκετός για να σταματήσει την γιορτή στο διπλανό διαμέρισμα. Καταφύγιο ζήτησαν γείτονες και έδειξα την ζωγραφιά στον καμβά του τοίχου.
Κλείστηκαν και βρήκε τον δρόμο του η σκέψη να ζωγραφίσει σε πανί τον ουρανό, με χρώμα λευκό, να χάνεται το βλέμμα , αποσκοπώντας σε αίσθηση λαιμού που αγκαλιάζεται από ένα φιλί.

Τρίτη 20 Αυγούστου 2013

Κυνήγι

Μεσουρανούσε ως το πιο λαμπρό αστρο και περιφερόταν με συντεταγμένες σε χάρτη που δεν είχε όρια. Το πέρασμά της προσπαθούσαν να πετύχουν για να είναι ευλογημένοι και τυχεροί και έφταναν ως την άκρη του κόσμου για να τρέξουν για το λίγο στο παράλληλο σύμπαν του κόσμου. Κρατούσαν σημειώσεις και υπέγραφαν όσα συνέβαιναν, γιατί μάρτυρας θα γινόταν δεκτός μονάχα ένας. Έστεκε στην κορυφή όλων και έμοιαζε να οριοθετεί το άπειρο. Όποιος ήξερε, έπρεπε να θανατωθεί ως την χάραξη της αυγής, μετέπειτα, κανείς δεν θα συγχωρούσε την ύπαρξή του, να μένει στεγνή από εκείνη.
Χάζευε και ξέφευγε ως το πιο απόμακρο μυστήριο όλων. Έπαιζε στις συντεταγμένες της και ξέφευγε της πορείας της μόνο για χατίρι δικό του. Αν την πετύχεις, μην κάνεις ευχή, θα είναι δώρο άδωρον. Αν την δεις, θα ήθελε να την δεις, αν θεωρήσεις πως υπήρξες τυχερός, τότε το υπόλοιπο της ζωής σου, τι; να έχεις να περιμένεις, να έχεις να καρτερείς και ίσως στην άκρη του κόσμου να καταφέρεις να αγγίξεις το βλέμμα της που θα σπάσει σαν πάγος σε ουρανό δίχως φώτα.

Αντίπερα

Η ψυχή θα μάχεται για λίγο φως ακόμη και εσύ θα αναρωτιέσαι, σαν αποχωριστείς την ύλη, αν θα γνωρίζει κανείς τα πάθη σου. Προσπάθησες να τα τιθασεύσεις ή να αναγνωριστούν ως μέρος της παρουσίας σου. Θα έχουν να το λένε, το βλέμμα σου έμενε παγερά αδιάφορο στις αράδες των νοικοκυραίων. Το περίμενες; να είσαι στην πρώτη σειρά και να βλέπεις τον κόσμο να προσέρχεται με τάξη για να πειστεί, πως δεν θα ξανάρθεις ως θαύμα, αλλά μόνο ως όνειρο, σε δύσκολες στιγμές. Η ψυχή θα αγωνίζεται για λίγο φως στους αιώνες και θα σκέφτεται τον χρόνο που ήθελε να κλείσει σε δείκτες ρολογιών και αδημονούσε για τις στιγμές. Μικρό το κακό, εδώ δεν κινείσαι, δεν υπάρχουν επιλογές ή απο μηχανής θεοί. Εδώ δεν μιλάς πια, δεν υπάρχει αντίκτυπος.

Λίγο πιο πέρα....

Kαθόταν και περίμενε να σκάσει ένα χαμόγελο στο ύψος του ορίζοντα. Έκανε σκέψεις ή απλά ξέφευγε κάποιος αναστεναγμός, που και αυτός με την σειρά του παρέσερνε τον ουρανό στα δικά του κέφια. Αφημένες κιμωλίες στο κράσπεδο, να έχουν σχηματίσει στο δρομάκι, τετράγωνα και νούμερα. Με το ένα πόδι εδώ, με το άλλο πιο ΄κει. Υπομονή λέει και χάρισε άλλα δύο λεπτά στον ήλιο για να βρει την κρυψώνα που δεν θα την προδίδει τίποτε άλλο, παρά το φως του.
Καθόταν και περίμενε να δει από που θα πρόβαλε το πρόσωπό του. Ζωγράφιζε με τα πόδια της αυλάκια στην άμμο, να δείχνουν τον δρόμο που θα έπρεπε να πάρει για να φτάσει κοντά της. Χωρίς να καταλάβει αν ο χρόνος ήταν δίπλα της, το φεγγάρι ήρθε και φώτισε την θάλασσα εμπρός της που μέχρι τότε έκανε απλά ηχητικά παρέα στις σκέψεις της.
Εδώ είμαστε μονάχα εμείς οι δύο.

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

Ραντεβού



Άργησε πάλι και το λεωφορείο δεν περίμενε την προκαθορισμένη ώρα στην στάση. Έσταζε η ομπρέλα τις στάλες στα μαλλιά της, καθώς έτρεχε να το προλάβει και όταν σταμάτησε, θυσίασε την κόμμωση για έναν αριστοκρατικό κότσο, που τόνιζε τα έντονα ροζ χείλη της και το μολύβι στα μάτια, που είχε ζωγραφίσει με τόση δεξιότητα, μισό λεπτό πριν.
Οι σκέψεις πολλές, να πληκτρολογήσει το όνομα ή τον αριθμό; να γράψει μήνυμα ή να αφήσει να εννοηθεί πως ό,τι κι αν γίνει σε πέντε λεπτά θα παρευρισκόταν στο γνωστό σημείο;
Το ραντεβού τους θα ήταν αξιομνημόνευτο. Θα είχε χιούμορ και ποικιλία από σχόλια και κομπλιμέντα. Εκείνος θα ήθελε να πιαστεί λίγο από την κόμη της και θα έβρισκε τσουλούφια γύρω από τον προσωπό της, γιατί θα είχε προλάβει την στιγμή που θα έσταζε ο ουρανός μια ευχή στην ματιά του, να προσέξει τα χείλη και το βλέμμα της, που με κομψότητα θα έκρυβε μια ζωή και χίλια χρόνια.

Στιγμές


Οι στιγμές σου θα είναι δυνατές και οι σκηνές θα ξαναγράφονται. Θα χτενίζεις τα μαλλιά σου τα βράδια και θα κοιτάζεσαι σε καθρέφτη, να ανακαλύψεις μια ακόμη γραμμή που έμοιαζε ευθεία.
Κάποιος πρέπει να σε κανακεύει και να σου μαθαίνει πως η ζωή κυλά πιο πέρα από σένα, δίχως εσένα ως μικρογραφία.
Οι εικόνες θα σκορπίζονται με τον πρώτο βοριά και οι κινήσεις σου θα ξαναχορογραφούνται. Θα σκηνοθετείς το δειλινό τα πρωινά σου και θα σκιαγραφείς τα αποτυπώματα στα χείλη για να αποκαλύπτεις  πως δάχτυλα ήταν εκεί.
Ένας στίχος βγήκε από το στόμα σου και κατηφόρισε, τράβηξε μια τούφα από τα μαλλιά σου και την ξετύλιξε καθώς απομακρυνόταν.
Άφησε μπροστά της την χτένα και τα γυαλιά της, όσα όφειλε τα είχε δει.

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Αλφάβητο



Τα λόγια δεν θα είχαν αξία αν δε τα ένιωθα. Δεν έχει ουσία να ειπωθούν και αυτό γιατί θα προέρχονται από αισθήματα και αυτά πως να στα περιγράψω! Μέσα σε μια αγκαλιά κρύβονται όλα και άσε τους υπολοίπους να τρέχουν και να αναζητούν πολυτέλειες. Αφημένα μαλλιά να ακουμπούν κορμί και χέρια που ανατρέχουν για λεπτομέρειες δίχως κλεφτές ματιές. Θα οδηγούν την σκέψη πιο μακριά και από τον ορίζοντα.
Οι λέξεις έπραξαν όπως έπρεπε. Έκαναν την βόλτα τους και βρήκαν διέξοδο στην γραφή. Μια μουτζούρα ακόμη και θα είναι εντάξει η σιωπή, φρόνιμη.
Τα γράμματα αποτελούν ένα αλφάβητο που αν δεν το κατείχα, θα το ζωγράφιζα, απλά για να δω την μορφή του. Σου δίνει επιλογές και εσύ διαλέγεις το "σ" και το "ε" και σκιαγραφείς τα υπονοούμενα και τις καταλήξεις.
Στην επόμενη απαγγελία θα επιλέξω χρώματα και πινέλα για να έχει παιχνίδια ο φακός.
Τα λόγια δεν  θα είχαν καμία αξία, αν δεν υπήρχαν οι προθέσεις.


Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Στίγμα



Άνοιξε τις κουρτίνες και έβαλε εμπρός τον ανεμιστήρα. Με μια παγωμένη λεμονάδα στο χέρι, που άλλοτε χρησίμευε  για να δροσίζει το κορμί και πότε τις αισθήσεις του. Πάνω σε ένα στρώμα κήδευε παρελθόν, αναπαριστούσε το παρόν και άφηνε την ματιά του να χάνεται στην απέραντη εικόνα της νύχτας.
Το τσιγάρο επιτρεπόταν μόνο στο μπαλκόνι, ακόμη και για τον ίδιο του τον εαυτό. Δεν ήταν πως υπήρξε αυστηρός, απλά είναι  προτιμότερο το αεράκι που σε πεισμώνει να μείνεις λίγο ακόμη έξω από τοίχους, πριν την καληνύχτα.
Είχε υποσχεθεί, κάθε φορά που αφήνεται σε αίσθημα, να τοποθετεί και από ένα βότσαλο έξω στο παράθυρο, κάποια στιγμή θα ερχόταν η παλίρροια και θα το έπαιρνε, σε αντάλλαγμα για λίγη άμμο, λίγη γη.
Άνοιξε τις κουρτίνες να αχνοφαίνονται οι λάμψεις πολιτισμού και το μαύρο, που πια το αποκαλούσε ύδωρ.
Δίπλα στο κομοδίνο του, έβρισκε μια φωτογραφία, δυο τρία ραβασάκια και την σημείωση της υποχρέωσης.
Μια γουλιά πριν, ο κόσμος έμοιαζε ίδιος με το παρελθόν του να έχει αφήσει στίγμα σε πρόσωπα και λάθος κορμιά.

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Ματαιοδοξία

Προπορευόταν, έφτασες και προσπέρασες. Κοίταξες αν και ήταν ριψοκίνδυνο. Η θεατρικότητα προσδίδει πάντα περισσότερους βαθμούς δυσκολίας, γιατί δεν γνωρίζει ο ένοχος αν θα έχει απήχηση στο κοινό. Τέρμα αριστερά, να γλείφει τις τσιμεντένιες μπάρες, τρομάζοντας τους συνεπιβάτες ενός μονοθέσιου. Φαγωμένα λάστιχα σε επικίνδυνα κλειστές στροφές και ξέφυγε από τον έλεγχο.
Η ευθεία του τερμάτιζε μόνο εμπρός σου και η σημαία δεν ήταν αρκετή για να προειδοποιήσει για το επικείμενο κακό.
Έφτασες και ελάττωσες την ταχύτητα. Πρέπει  να ακούσει τον λόγο σου και να αφήσεις το τέλος να το απολαύσει, όταν θα κοιτάζει το πως έμοιαζες, δευτερόλεπτα μακριά.
Προπορευόταν, βρήκες παράκαμψη και ενώ δεν είχε οπτική επαφή, σκέπασες τον ορίζοντα, να μοιάζουν όλα ίδια.
Απονεμήθηκαν βραβεία, περιωπής και αποτελεσματικότητας. Σταθήκαμε στο βάθρο, αλλά για να υποκλιθούμε στο κοινό.

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Βεντέτα

Όταν η καρδιά έσπαγε από τους παλμούς, η εκδίκηση πλημμύριζε τις φλέβες και έδινε λάμψη στα μάτια σου. Άκρα που νέκρωναν, μα συνέχιζαν να προσπαθούν να αγγίξουν πρόσωπο και σώμα ξένο. Φτιαγμένος από τούτη την εικόνα χιλιάδες φορές και να εξακολουθείς να προσεύχεσαι, να αποκαλείς όνομα ψυχής και να μένεις γονατισμένος, με το κεφάλι στις παλάμες σου.
Θα ταίριαζε η νύχτα, μα το σκοτάδι διάλεξε μέρα με φως για να κάνει σκιά το κορμί στο χώμα, κάποιος  θα την χρειαστεί στο τέλος.
Ιδρώτας κατηφόριζε και πότιζε την γη, ενώ τα δάκρυα θέριευαν και κάλυπταν την όραση προς τον έξω κόσμο. Συγκεντρώθηκαν οι δυνάμεις και στροβιλίζοντας μην γνωρίζοντας τι κατεύθυνση να πάρουν, αφού συνέχιζε το σώμα σου να κείτεται εμπρός του.
Όταν η σκέψη σου έσπαγε την σιγή, είχες προφτάσει το μαχαίρι και το είχες ξανατοποθετήσει στο θηκάρι του, γιατί δεν ήθελες αρχή πολέμου, μα αιτία  να μην θυμάσαι.