Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010


Στα όνειρά σου πρέπει να είμαι μια θύμηση, μια μορφή που φτιάχνουμε για να περνάμε τα βράδια, να έχουμε κάτι να σκεφτόμαστε, από κάτι να δημιουργούμε εικόνες για τον Μορφέα. Μοιάζει σαν να μην τολμά κανείς να σε ξυπνήσει, έστω ψιθυριστά, έστω με ένα άγγιγμα. Κοιμάσαι ακόμα και τα πρωινά, πάντα με τον μορφέα και όταν κινείσαι στα λημέρια του ήλιου. Πρέπει να δεσπόζει και να μετράει κάθε σου βήμα, σαν να παραμιλά ακόμα και στον ξύπνιο του, να μην ξεχαστεί και μπερδευτεί. Σαν όνειρο όλα!

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Σαν έρθει ο χειμώνας τι θα του πεις, τι θα ευχηθείς; περιμένεις να κρυφτείς πίσω από μια ομπρέλα, από ρούχα που θα ζεσταίνουν κρύα καρδιά; νιφάδες να δεις, σε θαύμα να πιστέψεις, να δεις πως όλα σου μοιάζουν; Σαν νιώσεις τις πρώτες ψιχάλες στο πρόσωπό σου, τι θα κάνεις; θα σκύψεις το κεφάλι, ουρανό να μην δεις και αγγίξουν τα μάτια σου άλλων προσευχές;
Από τώρα συλλογίζεσαι τι θα φορέσεις, τα έχεις όλα έτοιμα και ένα χαμόγελο για να μην καταλάβει κανείς, πως ξέρεις πως θα περάσει ο καιρός και εσύ θα έχεις μείνει να νοσταλγείς εικόνες με άδεια αγκάλη. Καληνύχτα στην ψυχή σου, μην ξεχνάς.
Να σωπαίνεις για να με ακούς και ας αλλάζει ο καιρός.


Δύο όνειρα κοιμούνται αντικριστά, ίδια αγκαλιά τα τυλίγει, αλλά τα αφήνει χώρια τα πρωινά, να ξεκουράζονται σε μαγικά δειλινά και να ξαφνιάζονται πάλι το βράδυ σαν πουν καληνύχτα. Ποιος μορφέας να πει παραμύθι και ποιος να καλύψει ήχους με νανουρίσματα; χάθηκαν οι αισθήσεις πάνω σε χείλη και σε φιλιά. Άνοστο να πιστεύεις πως στα όνειρα οφείλεται η έλλειψη πραγματικότητας και το ηλιοβασίλεμα θα χάζευες αιώνια, σταματημένη σε ένα φανάρι. Την θλίψη δεν την ορίζουν τα μάτια σου, μονάχα η ψυχή σου. Δυο όνειρα επιμένουν να κάθονται αντίκρυ.

Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010


Μακάρι να γνώριζα μια πιθαμή της καρδιάς σου τους χάρτες. Νοσταλγώ και αναζητώ τις λέξεις που έσβηνες σε τσιγάρα. Θα περάσει και ετούτη η νυχτιά, μην ανησυχείς και ας με έχεις κρατήσει στην αγκαλιά σου, δεν υπήρξα. Ξεφύλλισα φωτογραφίες και στάθηκα στην στιγμή που πάγωσα, την στιγμή που δάκρυσα και είπα ένα όνομα. Ένα λουλούδι να μπορούσα να ακουμπήσω στην ψυχή σου, τα απογεύματα, πλάι στον καφέ σου. Χαζεύεις όπως και εγώ σε εικόνες. Μακάρι να αναγνώριζα έστω ένα φιλί σου. Άγγιγμα, χάθηκες.

Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2010


Έκανα τόσο δρόμο για να σε δω, να ακούσω την φωνή σου από παραθύρι και ας ήμουν περαστικός που δεν λογάριασες να κοιτάξει στο φως της καύτρα σου. Μπήκε το Φθινόπωρο και δεν υπολόγισα τον καιρό, μόνη σε ανοιχτό πέλαγος και εγκλωβίστηκα σε ναυάγιο. Κρατώ τον αγέρα στο μυαλό μου, την εικόνα όταν έφευγα από το νησί, να κοιτώ πίσω και να μπερδεύω κύμα και ουρανό. Είμαι ακόμα εδώ, πίστεψέ το και ας είναι μόνιμο το δάκρυ. Έχω προσπαθήσει τόσες φορές, αλλά θεός δεν μπορώ να γίνω.

Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010


Ράγισμα σε τζάμι, σε βράχο με αφήνει το κύμα αμίλητη να μην μπορώ να αντικρίσω ματιά. Πρέπει; ναι πρέπει να είσαι πάντα εκεί, να μπορείς να νιώθεις και ας σε πνίγει το ίδιο πράγμα που αγαπάς τόσο, η θάλασσα. Δυο λέξεις θα σου πει και θα υπομείνεις την σιωπή και ας μην έρθει ποτέ του στα σκαλοπάτια σου, στην αγκαλιά σου για να σου ζητήσει συγχώρεση για την στιγμή ετούτη. Σπάει η ψυχή, σε θρύψαλα αφημένη να μην μπορεί να αγγίξει καν τον εαυτό της. Πίνω από τα χείλη σου κρασί, άσε με να μεθύσω, να ξεχάσω, να θυμηθώ την ματιά σου.