Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

Ουράνιο τόξο σε γκρι φόντο


Μια φορά κι έναν καιρό, όπως αρχίζουν όλα τα παραμύθια, ξεκίνησε και τούτη η ιστορία.  Μαρτυρίες θέλουν να υπήρχε ένας κόσμος μικροσκοπικός και ξεχασμένος από ανθρώπου μάτι, όπου ζούσαν μικρά ξωτικά και νεράιδες.
Κυλούσαν όλα αρμονικά  και γαλήνια, αλλά από τούτο τον κόσμο έλειπαν τα χρώματα, μήτε κόκκινο, μήτε μπλε, μόνο γκρι, να ισορροπεί τις εικόνες και τα πνεύματά τους.
Σε τούτο τον κόσμο ζούσε και μια μικρή νεράιδα η  Iζαμπέλα, έμοιαζε με ζωγραφιά, αλλά σκίτσο γκρι. Θαρρείς πως πάντα ήταν χαμογελαστή και χαρούμενη και ας μην έβλεπες χαμόγελο στο πρόσωπό της. Ευγενική μορφή και καρτερική. Κάθε μέρα πήγαινε στο πηγάδι σιγοψιθυρίζοντας μελωδίες, δίχως λόγια, για να πάρει λίγο νερό για το σπίτι της, καθώς  έβρεχε δροσοσταλίδες μόνο τον χειμώνα.
Πάντα ευχόταν για χρώματα κι ας μην τα είχε δει ποτέ της. Άκουγε  ιστορίες από τους γονείς της, πως σε παλαιότερα χρόνια ο κόσμος τους  είχε ζωντάνια με χρώματα φωτεινά, εκθαμβωτικά έντονα και αυτό γιατί υπήρχε πέρασμα στον κόσμο μας και έκοβαν φύλλα και λουλούδια και στόλιζαν τον δικό τους. Θρύλοι έλεγαν πως η πύλη έκλεισε σαν  στέρεψαν οι ευχές και τα όνειρα των ανθρώπων.
 Πάντα αναρωτιόταν αν θα μπορούσε ποτέ να τα διακρίνει και να τα διαχωρίσει, αν θα την περιέβαλαν και διατύπωνε λόγια για αυτά σε μελωδίες.

Όπως κάθε μέρα, η Iζαμπέλα ξεκίνησε για το πηγάδι για μια στάλα από δροσοσταλίδες. Μαζί της ήταν και ένα ξωτικό, ο Γιούπι , του άρεσε να την ακολουθεί και να την πειράζει, να τις λέει ιστορίες και να τις ξεκλέβει λίγες δροσοσταλίδες, όταν έπαιζαν  κρυφτό. Συνήθιζε να την πειράζει που όλο σκεφτόταν χρώματα και λουλούδια, αλλά εκείνη του το ορκιζόταν πως αν τα είχε, σε εκείνον  θα τα έδειχνε πρώτα .
Στην διαδρομή για το πηγάδι μιας και η ώρα πέρναγε και είχε κουραστεί η Ιζαμπέλα να κυνηγά τον Γιούπι, κάθισε κάτω από ένα δέντρο να ξεκουραστεί. Ο Γιούπι, άφαντος, ούτε λαλιά, αν και είχε ανακουφιστεί για λίγο η Ιζαμπέλα που είχε ησυχία, ανησύχησε και άρχισε να τον καλεί, έπρεπε σε λίγο να γυρίσουν σπίτι. Λίγο πιο πέρα ξεκινούσε ένα δάσος, αν και φοβόταν μόνη, προχώρησε, φωνάζοντας τον γιούπι. Ξαφνικά αντιλήφθηκε κάτι παράξενο, κάτι πρωτοφανές για εκείνην, ένα φως, μια έντονη λάμψη που έφεγγε σε ένα σημείο πιο πέρα. Πλησίασε αργά και προσεχτικά και για έκπληξη της, βρήκε τον Γιούπι να φεγγοβολά διαβάζοντας ένα βιβλίο.
-τι κάνεις Γιούπι;
-          -Έλα, έλα να δεις!
-          -Τι  είναι αυτό;
-          -Δεν είναι υπέροχο; Δες, δες πόσα χρώματα, κάθε σελίδα και διαφορετικό!
-          -Απίστευτο, έχει εικόνες πολύχρωμες, λουλούδια.
-          Μα που το βρήκες;
-          -Έψαχνα κάτι να σε πειράξω και το βρήκα μέσα στην κουφάλα αυτού του δέντρου.

Δεν έδωσε καν σημασία η Ιζαμπέλα στα λόγια του γιούπι, είχε μαγευτεί από τα χρώματα. Όλο το σημείο γύρω τους είχε αποκτήσει άλλη υφή και αίσθηση.

-         - Λες Γιούπι να έχεις βρει ένα κομμάτι  για να φέρουμε χρώματα στον κόσμο μας;
Ο Γιούπι απλά την κοίταξε!
-          -Πρέπει να γυρίσουμε σπίτι. Να το πάρουμε μαζί μας.
Με μια απότομη κίνηση έκλεισε το βιβλίο και τα χρώματα χάθηκαν από γύρω τους.

-          -Μάλλον δεν πρέπει. Είπες να το πάρεις και έκλεισε.
-         - Ίσως έχεις δίκιο, θα το αφήσουμε εκεί που το βρήκες και θα έρθουμε αύριο.
-          -Να το πούμε στους γονείς μας;
-          -Θα μας πιστέψουν; Δεν ξέρουμε καν τι είναι και τι δυνατότητες έχει.
-         - Σπίτι για όνειρα και θα έρθουμε νωρίς να το διαβάσουμε όλο.

Καθώς τοποθετούσε ο Γιούπι το βιβλίο στην κουφάλα του δέντρου, η Ιζαμπέλα ακούμπησε τον κορμό και φύτρωσε ένα λουλούδι, ξαφνιάστηκε, πρώτη φορά έβλεπε λουλούδι, ένα μωβ λουλούδι. Αναγνώρισε το χρώμα κι ας μην είχε ξαναδεί. Έσκυψε και το μύρισε και το φόρεμά της γίνηκε με μιας, μωβ. Χαμογέλασε και άρχισε να τραγουδάει. Τράβηξε τον Γιούπι σε χορό.

-        -  Δες , το φόρεμά μου έχει χρώμα. Μωβ!
-          -Πάμε σπίτι, θα βραδιάσει, άσε τα τραγούδια και τους χορούς.

Και έτρεξαν πίσω στο σπίτι. Όσο απομακρυνόταν, το φόρεμα ξεθώριαζε και γινόταν και πάλι γκρι. Μπήκαν αθόρυβα σπίτι, άφησαν σε μια γωνιά τις δροσοσταλίδες και κοιμήθηκαν. Όλο το βράδυ η Ιζαμπέλα στον ύπνο της έβλεπε όνειρα, χρώματα, λουλούδια και εικόνες με ουράνιο τόξο.
Η μέρα δεν άργησε να φέξει και σαν ξημέρωσε η μικρή μας νεράιδα έτρεξε πίσω στο δέντρο, δεν μπορούσε να περιμένει τον υπναρά Γιούπι.
Ακούμπησε τον κορμό του δέντρου, σιγοψιθύρισε ένα τραγούδι για το ουράνιο τόξο, που της είχε μάθει η γιαγιά της και άνοιξε το βιβλίο. Τι πανδαισία χρωμάτων, είπε η Ιζαμπέλα και ξάφνου βρέθηκε σε ένα διαφορετικό τοπίο.
Βρέθηκε στο δωμάτιο μιας μικρής πριγκίπισσας, της Ελένης. Ένα κοριτσάκι μόλις 3 χρόνων, που είχε μάθει να λέει την δική της προσευχή κάθε βράδυ. 

-         - Θεούλη μου να έχεις καλά τον μπαμπά μου, την μαμά μου και όλων τον κόσμο.

Η ιζαμπέλα δεν δίστασε και την φίλησε στο μέτωπο για όνειρα γλυκά. Η μικρή μας πριγκίπισσα δεν αντιλήφθηκε το παραμικρό, είχε ήδη κοιμηθεί.
Τόσο χαρούμενη η νεράιδα, χάζεψε στο δωμάτιο για λίγο. Ζωγραφιές παντού, τοίχοι με ροζ και μωβ χρώμα, ένα ουράνιο τόξο πάνω από το κρεβάτι της και πιο δίπλα, ζωγραφισμένη μια νεράιδα, μια νεράιδα με μωβ χρώμα, η Ιζαμπέλα.
Έκλεισε τα μάτια της, σιγοψιθύρισε το τραγούδι του ουράνιου τόξου και βρέθηκε πίσω στο δέντρο. Απίστευτο είχε περάσει στον κόσμο μας, είχε νιώσει την γαλήνη και την αθωότητα του μικρού κοριτσιού και είδε για πρώτη φορά πως κάποιος πίστευε πως υπάρχει.
Ο Γιούπι είχε φτάσει εδώ και ώρα και εκείνος στο δέντρο και περίμενε να φανεί η Ιζαμπέλα.

-          -Γιατί δεν με περίμενες;
-          -Είναι υπέροχα σου λέω, χρώματα και καλοσύνη.
-          -Δεν θα σε ξαναπαίξω, θα πάω και θα πειράζω την ντέζι από αύριο.
-         - Έλα μην θυμώνεις, δεν μπορούσα να περιμένω, θα πάμε και μαζί. Πάμε να το πούμε στους δικούς μας, πιστεύω πως βρήκαμε την πύλη για τον κόσμο των ανθρώπων, θα φέρουμε τα χρώματα και εδώ. Να δες, σου έφερα μια κίτρινη κλωστή.

Η Ιζαμπέλα είχε πάρει μια κλωστή από την κουβέρτα της μικρής Ελένης , την πέρασε στον λαιμό του Γιούπι και πήγαν πίσω στα σπίτια τους.
Η είδηση δεν άργησε να μαθευτεί και σε κάθε σπίτι  να γεμίζει με φως, με χρώματα, καθώς κάθε βράδυ οι νεράιδες έρχονταν στον κόσμο μας , καληνύχτιζαν μικρές πριγκίπισσες και μικρούς πρίγκιπες  και γύριζαν με ένα καινούριο χρώμα ή λουλούδι.

Όλος ο κόσμος της Ιζαμπέλας πια είχε χρώμα, παρά μόνο ένα σημείο ξεχώριζε για να θυμίζει το παρελθόν, το δέντρο. Ένα γκρι δέντρο με φόντο το ουράνιο τόξο.

υγ: Αφιερωμένο στις πριγκίππισες μου.....
Ευτυχία, Ραφαηλία, Χρυσάνθη 

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Έχω δικαιολογία στο να πω μου λείπεις και ας έχει περάσει καιρός και ας έπρεπε να έχει ξεθωριάσει η θύμησή σου; κι όμως το σκέφτομαι έντονα, σαν σε ζούσα μέρες και νύχτες ολάκερες. Μην θαρρείς και εγώ η ίδια προσπαθώ να το εξηγήσω, να το σβήσω, να αποφύγω, αλλά μόνο του θηριεύει σαν να του όφειλα κάτι, σαν να είχα τάξει και μου το θυμίζει, γιατί απλά αφαιρέθηκα.
Ψάχνω να βρω μια αιτιολογία και να δικαιωθώ, να δικαιολογηθώ μάλλον στην ψυχή μου, που μοιάζει μάταια να περιφέρεται σε στέκια που ποτέ δεν ήταν δικά της.

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Κάπου εκεί χάθηκες, μέσα στην απλότητά σου. Δεν ζήτησες ούτε ένα ποτήρι νερό, φάνηκες στην πόρτα μου και γύρισες στην σκληρότητα της μοναξιάς σου. Είμαι εγώ που δεν κατανοεί και δεν μπορεί να αντιληφθεί το είναι σου και ξενυχτούν οι σκέψεις μου, μέσα στα όνειρά μου.
Θα ήθελα, μα δεν μπορώ να το εκφράσω. Νιώθω, μα δεν τολμώ να το ξεστομίσω.
Σαν να πρέπει μια ζωή να πενθείς, σαν να μοιάζουν μάταια όσα κι αν κάνεις για να είσαι δίπλα σε ό,τι αγαπάς.


Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Δεν θα έχει ποτέ σημασία ένα δάκρυ σου σε έναν ωκεανό., γιατί δεν θα ήταν αρκετό να αλλάξει την ρότα του. Δεν θα είχε σημασία η στιγμή που όνειρα απαρνιέσαι, γιατί δεν θα ήταν αρκετό να φέρει άλλες τόσες στιγμές με ελπίδες στην αύρα του δειλινού. Θα καταραστείς θεούς, θα πνίξεις ευχές, αλλά από το πεπρωμένο δεν θα διστάσεις να μην παρεκκλίσεις. Σκέψεις ενός αλλόφρονα που παραδόθηκε στην ψυχή του σαν άφησε να του μιλήσει η καρδιά του.
Ξέρω τα όσα λέω δεν ηχούν καλά στα αυτιά σου, γιατί πλέκουν την αλήθεια στην ματιά σου. που παρά όλα αυτά, ένας αντίλογος θα ήταν αρκετός για να τα αναιρέοσυν όλα και να περιπλέξουν εγκώμιο για όσα ακόμη δεν έχει συλλογιστεί το κουρασμένο μου κορμί.

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Ξημεροβραδιάζομαι σε ένα κόσμο συμβατικό. Δεν είναι για μένα φτιαγμένος, εγώ στα δικά μου μονοπάτια να βαδίζω θέλω μόνο, στην ησυχία που μου προσφέρει, στην ασφάλεια της ψυχής μου. Το ήξερες πως εδώ κανείς δεν πιστεύει; ούτε καν στον ίδιο τους τον εαυτό, εγώ δεν το θέλω αυτό, μυαλό καθαρό επιθυμώ, με τις ιδέες μου αναλλοίωτες, με τις πεποιθήσεις μου ατόφιες, με την καρδιά μου ελεύθερη, να μπορώ να στην προσφέρω και ας μου την κλέψεις για πάντα. 
Αναλώνομαι σε έναν κόσμο ψεύτικο, μα μόνο το σώμα μου αφήνω να κοιμάται τα βράδια, το είναι μου συνέχεια πλάθει όνειρα για το αυριανό φιάσκο.

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Κάποιο άδοξο τέλος θα έχει ο ήρωας, κάπου θα τον βρει το χάραμα της ζωής και σίγουρα όχι εκεί που ήθελε. Σαν μια νταλίκα που ψάχνει ένα απόμερο σημείο να αράξει βραδιάτικο, μην ακούς όσα παραμιλώ. Ξέρεις πως θα έπρεπε να είναι τα πράγματα, πιο ήσυχα στο μυαλό σου, να μην τριγυρίζεις στα ίδια συνέχεια. Έχεις σημαδέψει την καρδιά σου με την ψυχή σου, ποτέ δεν μπόρεσες να τα διαχωρίσεις, κάποια να προστατεύσεις, κάτι να σώσεις.
Καταδικασμένος δίχως πόρισμα, γιατί έχεις άλλοθι, εσένα.

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Ένα παραμύθι για το παραμύθι

Έγραψε ένα παραμύθι για να έχει κάτι να τον νανουρίζει, αυτό της είχε ζητήσει. Κάτι να ηρεμεί τις σκέψεις και να ταξιδεύει σε ονείρου πλώρη. Έβαλε πέταλα δίπλα στο μαξιλάρι και ζωγράφισε εικόνες στα γραπτά της. Ψιθύρισε λόγια να μην θορυβούν το φεγγάρι και με μετάξι έπλεκε την πλοκή να μην φοβάται να αγγίξει την σιωπή. 
Κάπως έτσι το ξωτικό κοιμόταν κάθε βράδυ και εκείνη ποτέ δεν ζήτησε κάτι, ήταν εκεί πάντα να του διαβάζει νουβέλες για όσα του άρεσε να ονειροπολεί.

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

Πόσο με λυπούν τα λόγια σου όταν δεν τα ακούω, όταν δεν βλέπω τα στιχάκια σου να γίνονται ήχοι μελωδικοί στα νανουρίσματά μου. Αγκάλη άδεια από αποθέματα και περίσσεψαν μόνο δυο ευχές, να είσαι καλά και να ονειρεύεσαι πέρα από την διάρκεια μιας νύχτας. Λείπουν όσα θα ήθελες και δεν ελπίζεις, έτσι σε έμαθαν όσοι πέρασαν από τις σκέψεις σου.
Ζήλεψε ο ουρανός τα χείλη σου και έκανε τα φιλιά σου αστέρια να αγγίζουν εκείνον μόνο, μακρυά από σένα, μόνο σαν εικόνα να υπάρχουν στον δικό σου κόσμο.
Πόσο με λυπούν τα λόγια σου όταν δεν υπάρχουν, παρά μόνο το αθόρυβο της υπόστασής σου.

Βυθίστηκε το σκοτάδι στην νύχτα και χάθηκαν τα σημάδια του, τα βήματα που άκουγες κάθε βράδυ και δεν έκλεινες μάτι. Δεν αναγνωρίζεις την σκιά σου και παλεύεις με όνειρα ξεχασμένα. Φθαρμένα τα πανιά και φτερά δεν μείναν να θυμίζουν εποχές που ξέγνοιαστα ονειροπωλούσες, φευγαλέα σε συγκοινωνίες. Τα παραμύθια σε κατατρέχουν και εφιάλτης το δειλινό πια, δεν θες να κοιτάς, παρά μόνο να σιωπάς. 
Πεζά στιχάκια για νανούρισμα απόψε και μην φανείς ανίδεος. Ανυποψίαστος ο μορφέας θα 'ρθει να σε βρει ξάγρυπνο και αποσβολωμένος με τα τερτίπια της αυγής.