Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Τραγικός ποιητής

Παράπλευρη απώλεια το χαμόγελο. Το είχα σαν στολίδι, όποτε ήταν εύκαιρο το φορούσα και στέριωνε τον κόμπο στο στομάχι. Δεν έχασες κάτι που δεν είχες, αλλά την πραγματικότητα, έτσι είπαν. Δεν είναι πως χάνεις μέρος του κορμιού σου, αλλά ένα συναίσθημα που δεν έχει τρόπο να φανεί πια και είναι εντάξει.
Η αποτίμηση της μέρας σε έφτασε στο προσκέφαλο της νύχτας δίχως πολλές ερωτήσεις, έβλεπε την απάντηση στα μάτια σου. Ξεψυχούσε στον παλμό σου η ιδέα ενός απρόσμενα μεθοδευμένου τέλους.
Δεν είναι πως έχασες τα πάντα, αλλά το όνειρο. Δεν είναι πως χάνεις τα ανούσια, αλλά την αξία της παρουσίας σου από τα κοινά.
Στάθηκες και έμεινες εκεί και αλλοίμονο αν το πιστέψει κανείς.
Από αυτό είσαι φτιαγμένη; από θραύσματα και ευχές σου απαντώ, λακωνικά, μπας και πάψει ο διωγμός.
Να σε ξέρουν όλοι και να σε αναγνωρίζει ένας, μικρό το κακό, μα φιλί δεν έχει.

Εικόνα

Συναλλαγματικές δίνεις; να έχω κάτι ως επιχείρημα στο πάρε-δώσε, στην επαφή και στο φεύγα. Εγκαταλείποντας την επιχειρηματολογία του απογευματινού καφέ, ο καπνός από το τσιγάρο σου, στέγνωσε το στόμα μου και με οδήγησε σε βυθό.
Εκδίδονται χάρες και φιλιά σε ικανοποιητικές τιμές και με μεγάλο διάστημα αποπληρωμής. Θα είσαι εδώ για πολύ καιρό ακόμα ή έτσι θα εννοηθεί, με την πρώτη τζίφρα, θα σε έχουν εξαργυρώσει όλοι.
Ξέρω τους κανόνες, αλλά έλα που πρέπει να ρωτήσω, αν με το που θα βγείς από εδώ όλα ακυρώνονται και προσμετρούνται στους βαθμούς της ποινής μου.
Δώσε μια συναλλαγματική γρήγορα και θα σου εγκριθεί η νοσταλγία, η βαβούρα θέλεις να φύγει από το κεφάλι, όχι εκείνος. Μην ρωτάς πολλά, μην κοντοστέκεσαι δίπλα στα φώτα, πες το ποιηματάκι σου και χαιρέτα το κοινό της δημοπρασίας σου.
Κάποιος δημιουργεί, κάποιος σκέφτεται και άλλος καρποφορείται την αξία του τίτλου και της εικόνας.

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Ανάγκη

Ανέπνεε με αργούς ρυθμούς να επικρατεί η σιωπή, όχι η παρουσία του. Ταύτιζε την νύχτα με την ανάσα και περιπατούσε πάνω στο φως του φεγγαριού. Θα ταξίδευε για να το έχει αντίκρυ του κι ας ισχυριζόταν ο προφήτης, πως αυτό δεν θα μπορούσε να υπάρξει.
Παραμόνευε τις σκιές και άρπαζε κάθε ευκαιρία να τις διδάξει χορό και φιγούρες.
Θα τον άγγιζε η ένταση του παιχνιδιού και θα σταμάταγε τους ρυθμούς της καρδιάς, να επικρατήσει η ψυχή.
Πιο πολύ από όλους, έμενε ξάγρυπνος τα βράδια, να έχει κάποιον να καταγράφει τα μυστήριά της και όσα παραμονεύουν. Ίσως το χάδι να ήταν άκομψα κομψό, ίσως η ψύχρα να ήταν αντιπερισπασμός για την ύπαρξη του μορφέα, κάπου πιο δυτικά του ορίζοντα.
Ανέπνεε και ήξερες πως θα αντέξει σε χρόνο αόριστο για να παρατηρεί τα καμώματά της.

Αλκοολική νύχτα



Αν δεν σε ήξερα, θα τολμούσα να πω, πως υποκρίνεσαι, πως φυλάγεσαι από όλους και καραδοκείς την στιγμή της φυγής. Ποιος σε δίδαξε ενοχές και μονοπάτια; Ποιος να σε κοιτάξει στα μάτια και να ομολογήσει την ψευτιά του! Γυρνοβολάς και ξεδίνεις σε σάπια κορμιά, σε τελειωμένες αλκοολικές νύχτες. Θέλει ταλέντο να αντέχεις την δυσωδία  και τους εφιάλτες , οι οποίοι λατρεύουν να σε ξυπνούν πάνω στην λήθη σου.
Αν δεν σε ήξερα, θα τολμούσα να σου πω μια κουβέντα παραπάνω και να σε θέσω σε σύγκριση με τον εαυτό μου, αλλά είναι η ώρα περασμένη για τέτοια χάδια και ηρωισμούς. Στην ματιά σου πάνω στάθηκε όλη η νύχτα, αν και δεν φάνηκες να το απολαμβάνεις, όσο εκείνη. Με τόσους αλήτες και περιφρονημένους, καραδοκείς την στιγμή, που ο φάρος θα ρίξει φως πάνω σου, τόσο όσο και η σιωπή σου.
Γνωριζόμαστε έτη πολλά και σου ευχήθηκα από πριν για γνώση και συμμόρφωση.

Αψίδα Σκότους



Μονολογούσε το σκοτάδι στα μάτια του, απαγγέλλοντας στίχους από το ημερολόγιό του. Ξέρω τα λόγια απέξω, έλεγε, για να ξορκίσει τους γνωστικούς. Περπατούσε με την έννοια του στο σκοτάδι, μην φανεί ο δρόμος  από τις σκιές στο πάτωμα.
Ξωπίσω του δεκάδες υπόγειες στοές, ανασήκωναν την επιδερμίδα του και ξεστόμιζαν σκέψεις που είχαν αφεθεί στην πλάνη τους.
Εγώ σε ξέρω πιο καλά από όλους έλεγε, για να απομακρύνει τους σχετικούς.
Έβγαλε την αίσθηση από τα χείλη του και ακούμπησε την τραχιά υφή της νύχτας . Μια γουλιά ‘ήταν όλο το όνειρο, με σένα να αναδύεσαι από την μέθη.

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Αίθουσα

Σε μια αίθουσα που αδειάζει και αφήνεται στην ομορφιά της τι να πρωτοπείς; για τις ψυχές που ξεκίνησαν ταξίδι για τον έξω κόσμο; για τις εικόνες τις μεγάλης οθόνης ή για τα αποτυπώματα σκέψεων που θα τα έβλεπες μόνο πάνω στα πρόσωπά τους εκείνη την στιγμή;
χειροκρότημα, αγαλλίαση, όταν το πρώτο πράγμα που σε περίμενε απέξω, όσο ο πολιτισμός είχε πάψει να υπάρχει για αυτές τις δυο ώρες, ήταν η νοτισμένη μυρωδιά της βροχής. Να κυλίσουμε στο γρασίδι, να σημαδέψω τα μπατζάκια μου με χρώμα, να σε πιάσω αγκαζέ και να σου δώσω ένα φιλί ευχαριστήριο.
Η δύναμη της εικόνας κρύβεται στην περιγραφή της ή μήπως σε ό,τι άφησες να σου κάνει παρέα ηθελημένα; εγώ θα σου διηγούμαι και εσύ θα ταξιδεύεις πιο γρήγορα και από τον χρόνο για να τοποθετήσεις τον εαυτό σου στην θέση μου.
Σε μια αίθουσα που αδειάζει από τον κόσμο, στάθηκα στην ομορφιά του χώρου. Στην ζεστασιά του ξύλου και στην παρουσία των χρωμάτων, που ήταν τόσο διακριτική, ώστε έπλασαν με σύνεση το αποψινό θέαμα του φεγγαριού.

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Διάρκεια

Μέτραγε με προσοχή τον χρόνο που επιδιδόταν σε ό,τι αγαπητό  και ξέπλενε τα ίχνη με κόκκινο κρασί. Πάλευε με το σκοτάδι, οδηγώντας δίχως φώτα και εξυμνούσε τον τρόπο της φυγής με υπέροχες μελωδίες. Εσύ, όπως και εκείνος; μπερδεμένος με συνοχή και προσήλωση σε ό,τι ξεχασμένο. Έβλεπε μέσα στο σκότος και τον πρόδιδε το λευκό πουκάμισο και οι γροθιές που δημιουργούσαν σκιές στο πάτωμα του αντιπάλου.
Μέτραγε επιεικώς τις μελανιές και έσταζε πάνω τους σπασμένο πάγο. Τα χέρια έφερνε εμπρός του και σε κοίταγε με ευθύ βλέμμα, να διαβάσει την σκέψη που αποσκοπούσε στην παραπλάνηση.
Του άρεσε το παρελθόν και ό,τι έμενε για το μετά. Θα πλησίαζε τόσο όσο και αν τον ακολουθούσες, θα βρισκόσουν σε αδιέξοδα λαβύρινθου, δίχως κλωστές.
Μέτραγε το χώμα που έπεφτε επάνω του, ισόποσο με το αίμα, που το βάφτιζε κρασί, να ξεπλύνει τα ίχνη.
Πόσο δύσκολο είναι, να μετράς το σκοτάδι.

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

Παρατεταμένη εφηβεία

Παρατεταμένος ο ήχος από την μελωδία της μηχανής που κρατούσε την βάρκα ακόμη μέσα στο νερό και σώπαινε η νύχτα από τους θορύβους της. Παρέμενε μυστήριο η ομορφιά της και η μοναδικότητα που είχε στα μάτια του. Σαν να του θύμιζε νιάτα, την χλιδή του παρελθόντος και τον παιδικό έρωτα.
Κράταγε στο χέρι αγκίστρια και τις χαρακιές του από τα τραβήγματα του παραγαδιού. Κράταγε από το χέρι την μορφή της, να την πάει βόλτα στα λημέρια του, στο μοναδικό μέρος που δεν τολμούσε να πει πως κατείχε, την θάλασσα.
Θα σταμάταγε την μηχανή κάπου στην μέση του πελάγους, σε σημείο ικανό για να διαχωριστεί η καθημερινότητα από την αφύπνιση και την ανάσα του. Έβαλε μια γουλιά αλκοόλ και περίμενε να τον κοιτάξει στα μάτια. Όλο και κάποιο χαμόγελο θα έσκαγε κι αυτό γιατί σε έναν ολόγιομο ουρανό από αστέρια, όλο και κάποια ευχή θα γινόταν.
Ξάπλωνε μαζί του και η γενναιοδωρία της στιγμής ήταν η βροχή από την αλμύρα και η δροσιά των χειλιών της.
Θα επέστρεφε το ξημέρωμα στην προβλήτα, κρατώντας στο χέρι έναν κουβά γεμάτο κεράσματα και την φυγή του αφημένη να κάνει ευχές και να παρατείνει τον απόηχο της βραδιάς.

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Άπειρο

Όταν η πληθώρα του λεξιλογίου σου περιορίζεται σε ένα "αχ" και υπομένεις στον αναστεναγμό σου, τότε είναι βέβαιο πως είσαι στον σωστό δρόμο. Κάτι σε απασχολεί, κάτι καρτερείς και οι σκέψεις είναι πολλές, με ένα αντικείμενο ως φετίχ. Το αγαπημένο σου, το πιο ποθητό. Περιμένεις, αδημονείς και κάτι σε προδίδει, που άλλοι στο λένε "λάμψη" και άλλοι " εσύ κάτι έχεις αλλάξει". Ξέρεις όλες τις απαντήσεις, έχεις βρει λύσεις σε εξισώσεις και κρατάς στα χέρια σκυτάλη που θα πυροδοτηθεί σαν έρθει και μείνει σε αγκάλη.
Γνωρίζεις πότε στέκεσαι στα όριά σου και πότε περπατάς στις μύτες να μην γίνεις αντιληπτή, πως κρυφοκοιτάζεις, πως δραπέτευσες από το βάρος της αναμονής και είδες, χάζεψες με τις ώρες μια ζωγραφιά του κι ας ήταν παρελθοντική κι ας ήταν ασπρόμαυρη, το χρώμα των ματιών του έφεγγε πιο πολύ και από το φεγγάρι σου.
Όταν η καληνύχτα βγαίνει γλυκά με ένα 'αχ" και υπομένεις τον ερχομό της μέρας, τότε είναι βέβαιο πως είσαι στον σωστό δρόμο.

Αποβάθρα

Ο αέρας σήκωνε πολλά, αλλά το βλέμμα του έμενε ακίνητο πάνω σου. Δήλωνε πως δεν θα σε έχανε και ας θόλωνε ο ορίζοντας. Είχες ξεφύγει από όλους και βάδιζες μακριά πάνω στην αποβάθρα και εκείνος σε είχε δεμένη με έναν σπάγκο πάνω του. Ο ουρανός έγραφε περίεργα στον φακό και άφηνε το πέπλο να απομακρύνεται μέσα στην θύελλα. Κανείς δεν τολμά και εσύ πήγες πιο πέρα από όσα αναζητούσες. Πέρναγε ο αγέρας μέσα από τα μαλλιά της και προχώραγε πιο γρήγορα, μαζί του, να πιαστεί σε αυτή την στιγμή. Περπατούσε πάνω στην αλμύρα, αυτή ήταν η γεύση στα χείλη, όταν έδινε φιλί, αυτή κι όταν αποχωριζόταν το κορμί.
Θα έφτανε ως την άκρη, στον φάρο, να τοποθετήσει σημείωμα και ευχή. Ως εκεί η αντοχή και η υπομονή κι ας ήταν πιασμένη με έναν σπάγκο πάνω του.

Η αποστολή θα τελείωνε μόνο εάν κατάφερνε να σώσει την μορφή της.