Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Αναπαράσταση

Κοντοστεκόταν στην άκρη της γραμμής και στόχευε στο κενό της ψυχής του. Διαδραματιζόταν η αναπαράσταση του φονικού και με βλέμμα σκυθρωπό, αλλά βέβαιο για τα ευρήματα παρηγορούσε τους περαστικούς. "εδώ πιο πέρα και με ακρίβεια πνοής, βρισκόταν η μορφή της....", το άκουσε μέχρι και ο ουρανός και σχίστηκε στα δυο.
Λίγο πιο 'κει δυο φιγούρες κάθονταν σε βρεγμένα κούτσουρα και έσβηναν νωπές γόπες από δάκρυα και όχι από βροχή. Μονολογούσαν, έμοιαζαν να είναι ξένοι, αλλά είχαν την τύχη του μάρτυρα, να έχουν κλέψει την τελευταία της εικόνα.
Κοντοστεκόταν στην άκρη της γραμμής, στα όρια μια κορδέλας που οριοθετούσε κόσμο και ντουνιά.
Στα μάτια του έβλεπες μόνο την τρέλα μιας θάλασσας που θεριευε και γινόταν ένα με τον ουρανό. Μορφή, δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις και διάλεγες να περιμένεις με υπομονή ως το τέλος για να συλλέξεις πληροφορίες και την αιτία στο "γιατί!! ".
Όλα τραγικά και ωραία. Ενας χαμός και ένα τοπίο που περιέγραφε την ύπαρξη της.

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Πορεία

Θα πήγαινε το χέρι σου να την χτυπήσει και να την αφήσει στο χώμα. Δεν θα δίσταζες να χώριζες την υπόστασή της στα δυο και να κοιτούσες για μέρες τα χείλη της στεγνά από δροσιά. Φταίει ο κόσμος ή το ότι δεν κοίταξες τον εαυτό σου να σώσεις;
Ξέρεις τις αιτίες, αλλά δεν προκάλεσες, απλά συνυπήρχες σε μια ακολουθία πράξεων. Συνηθίζεται να τρατάρουμε εδώ τους ξένους, με σκοπό να τους κάνουμε κατοίκους σε παράδεισο με αψίδες κολάσεως. Φταίω ή ο κόσμος δεν κοίταξε να με προειδοποιήσει για το κακό που ερχόταν;

Θα βάσταγε η ψυχή σου τόση κακία και θα παραχωρούσε στις πληγές της να βρέχει χολή. Δεν θα δίσταζες να χώριζες ουρανό και γη και να αφήσεις το φεγγάρι της να γκρεμιστεί στο μαύρο και στην θλίψη.
Να κοιτάζεις μπροστά, να φιλάς τα παιδιά και εγώ θα αφήνω σημάδια στον ουρανό, να μπορεί να ξεχωρίσει τον ορίζοντα από την ξηρά.

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Αλώβητος

Πλησίαζε, κατηφόριζε και ένιωθε την ύπαρξή του να μηδενίζει και να επιταχύνει προς το σημείο της πρόσκρουσης.  Να κοιμηθώ και να ανοίξω τα μάτια μου μόνο, όταν θα είσαι εδώ, αυτό ψέλλιζε και η προσευχή του γινόταν όλο και πιο έντονη, σαν ακούμπαγες το πρόσωπό του, να καθαρίσεις τα γυαλιά.
Σε ήξερε και δεν μίλαγε, σε άγγιζε και προσέλκυε την σιωπή να βγει σε παράθυρο μέρας.
Να μιλάς και εγώ θα σε ακούω. Να περνάς, μα να κοιτάς τα μέρη και τις στιγμές, ο χρόνος δεν χαρίζει.
Πλησίαζε, κατηφόριζε και ένιωθες πως μηδένιζε για να φτάσει στο άπειρο γρηγορότερα από ό,τι είχες υπολογίσει. Φτωχός, με ένα πανωφόρι, τρύπιες κάλτσες και οι τσέπες γεμάτες με ζυμωτό ψωμί. Να ανοίξω τα μάτια μου μόνο, όταν θα είσαι εδώ, αυτό ήθελε να καταφέρει και ήλπιζε σε άλλη παρουσία.
Ξέμεινε, έτσι έμοιαζε, μα είχε σταθεί όρθιος πάνω σε σημείο νεκρικό, σε σημείο που όλα τα καθόριζε το κρύο και η νύχτα.
Ας ελπίσουμε σε μια αγκαλιά να βρει την προσμονή. Ας ελπίζουμε πως είναι ήρωας αφανής, όχι ξεχασμένος.