Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Αντοχή

Η ψυχή σου ανέβαινε, μα το κορμί σου ζήταγε απεγνωσμένα λίγο από την αποφόρτιση της βραδιάς.
Άναψες κεριά, μύρισες τον αέρα και αποσύρθηκες στην θαλπωρή του δωματίου σου. Έπεφτε το κορμί και ζήταγε η πνοή σου να μείνει λίγο στα ουράνια και να μιλήσει, αν όχι να απολογηθεί. Στέρευαν οι διέξοδοι και κύλησε το χέρι σου στο μολύβι. Δυο λόγια μετρημένα, δυο χαρακιές υπολογισμένες και αν σου έμεινε κανείς, έλα και πες το μου.
Ο κόσμος αδειάζει και θα σου αφήσει την πικρία και την γνώμη πως μόνος σου είναι καλύτερα ή θα ήταν, μα μέσα σε αυτόν χαραμίζεσαι, ανθίζεις και φθείρεσαι. Μέσα σε αυτόν αναπαύεσαι και ξυπνάς.
Η ψυχή σου ανεβαίνει, μα το κορμί νύσταξε και έγειρε στην γωνιά του, μπορεί να μοιάζει κρύα, αλλά είναι η μεριά του, δικαιωματικά.
Να με συγχωράς που είμαι αδύναμη, να με συμπαθάς που σε πονώ.

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Ανέλπιστο

Ήταν όπως έπρεπε, όπως είχε φανταστεί. Λιτές γραμμές με απερίσκεπτες πινελιές που οριοθετούσαν το ποιος και το γιατί. Και ύστερα από όλες τις λεπτομέρειες κοντοστεκόσουν στο τέλος του κάδρου για να πεις τα διαπιστευτήρια. Αν κοίταζες, έβλεπες, αν απομακρυνόσουν, χανόσουν στα πολλά και εκείνος σημείωνε όλες τις παρατηρήσεις σου.
Ξέρεις, ήταν όπως έπρεπε. Αυτό το κάτι λιγότερο από το περισσότερο, που διαδραματίζει την υπόστασή σου και έχει διατυπωθεί με μέτρο κόντρα στο απρόβλεπτο. Όσο χάζευε τα χείλη σου, είχες γλυτώσει από το να θεωρηθείς ανιαρή και πειστική για το εγώ σου.
Δεν είχε λόγο ύπαρξης το σχόλιο, απλά ειπώθηκαν οι λέξεις που το κοινό αδημονούσε να ακούσει.
Δεν ήταν μεγίστης σημασίας το κείμενο, αλλά ποιος διαπίστωσε το όνειρο πίσω από αυτή την έκθεση.
Να είσαι εδώ, συλλάβισε και αποχώρησε, έστω κι αν το γενικό και το αόριστο παρέμενε ερωτηματικό μονάχα για τους ακροατές.

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Άνευ

Υποτυπώδες το δειλινό, έχει μπλοκάρει στην μορφή σου όλες τις έννοιες του κόσμου. Κάποιος πρέπει να δηλώσει το παρόν και να αφήσει την μέρα να περάσει, όσο πιο ανώδυνα γίνεται. Να δώσει φιλί, να πάρει το γιατί. Να αγγίξει κορμί, να αναπνεύσει η στιγμή από την σιωπή του απόδειπνου.
Σκουριασμένα μοιάζουν όλα, ματιές που νοσταλγούν, δεν ξέρουν να συγχωρούν και εσύ κάπου εκεί ανάμεσα στο σκοτάδι και στο λιγοστό φως.
Ανούσιο το δειλiνό κοντοστέκεται για όσο αντέχει να παραδίδει τον εαυτό του στον ορίζοντα των σκέψεών σου. Κάποιος να δώσει φιλί, να πάρει το γιατί. Να αγγίξει κορμί, να σπάσει γυαλί.
Σε όλο αυτό το σκηνικό, το σώμα βρέθηκε εκτός παιχνιδιού και στην θαλπωρή του κρεβατιού, στέκι από τα παλιά, τα πιο αγαπητά. Δίχως λόγια η βραδιά και όμως ακούστηκαν όλα, με σύνεση και τάξη.
Σε φιλώ!