Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

Φευγιό

Μάτια κουρασμένα παραπατούν βραδιάτικα σε ξένα μονοπάτια, να αφουγκρασθούν πόνο και να εκφραστούν. Δεν άκουγαν λόγια, αλλά την μελωδία και ένιωθαν μόνα, την μοναχικότητα της ψυχής. Κάθισαν σε σκαλοπάτι υγρό και ακούμπησαν το κεφάλι τους στον ώμο του διπλανού. Μοιράστηκαν καπνό και επέτρεψαν στον εαυτό τους μια κοινή ανάμνηση, εφόδιο για τις επόμενες νυχτιές.
Να σου πω; να με ακούσεις με προσοχή και εγώ θα σου αφήσω δυο τάλαρα, ένα για τον κόπο σου και ένα για τον πόνο μου.
Πέρασαν τόσο γρήγορα οι σκιές; τέλειωσε ο χρόνος μου και πρέπει να προχωρήσω; πάνω στη νότα ακούστηκε καημός, αν δεν σε ένιωσε, ξέχνα, μα άσε τα χέρια σου να σε οδηγούν εδώ τα βράδια, γιατί τα καημένα θα περιμένουν.
Δεν άργησαν να κλείσουν  τα βλέφαρα και δεν πρόλαβαν να δουν το φευγιό του.
Τους έμεινε ο ρυθμός να κρατά τα ίσα και τις αποστάσεις.

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Σε όσα έρχονται

Σε κλείδωσε ο χρόνος, ίσως επειδή δεν έδωσες πολλά; ίσως επειδή άφησες πολλά σε άλλους. Να κοιτώ φωτογραφίες  να μην ξεχνώ, να σε αναζητώ. Μια πένα κρατώ στα χέρια και δεν προχωρώ, δεν απομακρύνομαι, αλλά παραμιλώ με τις σκέψεις μου, ψελλίζω το όνομά σου. Είσαι καλά; κι αν τα όνειρα δεν θα είναι αρκετά; θα βάζω στο πικ-άπ τα λόγια σου, θα σβήνω το τσιγάρο για χάρη σου, ίσως έτσι να καταφέρω να κλειδώσω τον χρόνο, όχι την θύμησή σου.
Πάνε μέρες που σε είδα και είχες χαμόγελο, να ήσουν έτσι και δίπλα μου για όσα δεν θα καταλάβω ποτέ.
Σε καληνυχτώ, γιατί έτσι με είχες μάθει, να είμαι ευγενικός ακόμη και στον πόνο μου.