Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Ευχή

Μοιάζει να μην σταματούν οι σκέψεις, τα όνειρα. Σειρά οι μυρωδιές, τα αρώματα και με σύνεση περιμένεις να φτάσεις πρώτος στο ταμείο και να πεις την παραγγελιά σου "μια καρδιά από μένα και μια αγκαλιά για την δεσποινίδα δίπλα μου". Τα ετοίμασαν, τα δώρισες και σε νύσταξε το όνειρο.
Όποιος κρύβεται πίσω από την πόρτα, κρυφοκοιτάζει και αδημονείς να φανεί. Σειρά τα λαμπιόνια, τα στολίδια από γυαλί και επίμονα τα κοιτάς, λες και θα ζωντανέψουν και θα σου πουν " εγώ για σένα φτιάχτηκα και στήθηκα σε τούτο το κλαδί, να είμαι ό,τι πιο όμορφο έχεις δει". Στα τύλιξαν, τα δώρισες κ αι σε νύσταξε η προσμονή.
Ελπίδα, κάποια στιγμή θα σε βαρεθεί, κάποια στιγμή το μαύρο δεν θα είναι κάλυψη. Όνειρο, κάποια στιγμή θα ζωντανέψει, κάποια στιγμή θα ξυπνήσεις και θα είναι εκεί.
Σταμάτησαν οι σκέψεις και οι ευχές, ανάσα, η μορφή σου , εικόνα!

Video Game

Σου είπα ευχές και έγειρα στο πλευρό σου, να κλέψω για λίγο αυτή την σκέψη και να την προσφέρω στον μορφέα. Δεν πρόσμενε κάτι τέτοιο και χάθηκε για μια στιγμή στο όνειρό του. Ήρθε το επόμενο βράδυ και μου το αφηγήθηκε ακριβώς όπως έγινε, στην φαντασία του. Έγειρες στην αγκαλιά μου, να κλέψεις την λάμψη του, να μου την προσφέρεις όνειρο. Δεν πρόσμενα τέτοιο δώρο και αφέθηκα σε δικές σου εικόνες για χειμώνα και φιλί.
Όμορφες οι ματιές σου, τα αγγίγματά σου, στα έκλεψα και έτρεξα μακριά. Θα με κυνηγήσεις, θα κουραστείς και θα σε ξαφνιάσω προσφέροντάς σου νερό και φιλί.
Σου έγραψα ευχές και τις άφησα στο πλάι σου, θα ζητιανέψω,  θα ικετεύσω και ο μορφέας θα γίνει σύμμαχος, γιατί του προσδιόρισα την μορφή σου και χαμογέλασε πριν αποκοιμηθεί.
Αυτή την εικόνα είχα στο μυαλό και την ζωγράφισα, την σχεδίασα, την στόλισα και περιμένει τα δικά σου χέρια για να ζωντανέψει.
Θα πατήσεις το κουμπί, θα πιάσεις το πληκτρολόγιο και εγώ θα είμαι στο πλευρό σου.

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Απομνημονεύματα

Τον έρωτα τον λένε επιπόλαιο και αφελή, μα το ήξερες μάτια μου όμως, πως αυτός κρατά την αγάπη και την δένει αιώνια σε μια αγκαλιά; αυτόν έχει να αναπολεί και κρατά το χέρι πιο σφιχτά από πριν, κοιτάζει πιο βαθιά στα μάτια και γαληνεύει στα δύσκολα.
Λένε πως σαν χωρίσουν " σαν και μένα δεν θα βρεις!", " σαν την δικιά μας αγάπη πουθενά", μα κάθε ψυχή μοναδική, πως να τα ταιριάξει τόσο με μιαν άλλην, πως να την θυμίζει, μόνο λίγο θα θαρρείς πως της μοιάζει, αλλά θα είναι άλλη αγάπη, άλλο πρόσωπο και ψυχή.
Τον έρωτα τον αποκαλούν τυφλό, πως θολώνει, μα το ήξερες μάτια μου, πως αυτός κρατά την αγάπη και δεν την αφήνει να λησμονεί; ένα φιλί θα της θυμίσει, λεπτομέρειες από την μέρα εκείνη που δόθηκαν στην στιγμή και τα χέρια θα κρατηθούν πιο σφιχτά από πρίν.
Περνά ο καιρός και λένε πως ξεφτίζει, πως μοιάζει στα μάτια σαν παιδί, που μόνο παιχνίδι ήθελε και χάδι, μα αυτό είναι που φέρνει στα χείλη το φιλί, αυτό που γκρινιάζει και πεισμώνει και όλο ζητά θέρμη και παρουσίες δυο, στο τέλος μιας μέρας.
Η αγάπη τι θαρρείς πως είναι! ένα μωρό που θρέφεται και μεγαλώνει από έρωτα, από την ανάγκη μιας ψυχής αλλιώτικης δίπλα στο προσκέφαλό του.
Με λες επιπόλαιη και αφελή, μα το ήξερες μάτια μου πως εσύ με κρατάς και με δένεις αιώνια σε μια αγκαλιά;!

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Ψεγάδι

Ψεγάδι στον κόσμο σου το χαμόγελο, κανείς δεν ξέρει να πει αν είναι αληθινό, αν σπάει. Ψεγάδι και το δάκρυ, κανείς δεν  γνωρίζει αν είναι νερό ή δροσιά από του  φεγγαριού την όψη. Ζωγραφίζεις, πλέκεις εγκώμια και όταν ξένος φανεί, σκοτάδι στο πέρασμά του για να φυλαχτεί ετούτο το τοπίο, από όσα δεν θα καταλάβει κανείς.
Ρωγμή στον χρόνο και πρόβαλε χάρτης, νησί και μια βάρκα μοιάζει να είναι το μόνο μέσω. Ρωγμή και στο κουπί σου, αβοήθητη μα δεν ξέχασες να βουτάς και τελικά υπήρξε αφορμή η μοναξιά για να θυμηθείς πως το στοιχείο σου είναι το ύδωρ, όχι η στεριά.
Ποτέ δεν γύρισε κι ας ήξερε που να σε βρει. Δεν γύρισε, γιατί δεν ήξερε πως να βρει το χαμόγελό σου, δεν ήξερε να κρύψει το δάκρυ σου στο φως της μέρας.
Ψεγάδι στον κόσμο σου οι μορφές, κανείς δεν ξέρει αν το δεσπόζουν ψυχές, αν αναπνέει. Ψεγάδι και το φιλί, όποιος το ένιωσε, δεν το μαρτυρά.

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Άνθρωπος και Θεός

Μια φορά το όνομά μου να έλεγες και μια την προσευχή μου και εγώ θα σώπαινα ήχους αιώνων να μείνει μονάχα η μελωδία και αυτή στα χείλη, όχι στον νου, να νιώθω. Ευλογία, η ύπαρξή σου και εσύ δεν το γνώριζες. Κομμάτια ενωμένα από πληγές και βλέπεις ομορφιά, βλέπεις χάρη Θεού.
Μια φορά το όνομά σου να έλεγα και μια την προσευχή σου να άκουγα και εσύ δεν θα κοίταγες, θα ένιωθες μόνο την ψυχή μου στο πλάι σου να καρτερεί τους αιώνες που γερνούν στο διάβα σου.
Θα ήμουν φτωχός, ρακένδυτος, θα  ήσουν φωτιά σε φλόγα και δεν θα παρατηρούσε κανείς το δαχτυλίδι στα χέρια μου, την κάψα σου στην ματιά σου.
Μια φορά να σε άγγιζα και μια να ζητούσες να νιώσω την υφή σου στην αγκαλιά της αυγής.
Να σε ξέρουν τόσοι,  μα μόνο εγώ να μιλώ για εσένα.
Κάνω την προσευχή μου, όπως μου έμαθε η γιαγιά μου και σε φιλώ, μια σε σώμα, μια σε ψυχή.

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Zωγραφιά

Zωγραφιά πάνω στο χέρι σου, γυρίζεις τον καρπό και συνεχίζει στις φλέβες σου, ως τον λαιμό. Σε έπρηξαν πως κουσούρι θα σου άφηνε και θα σε στιγμάτιζε, μα από τούτο σε ξεχωρίζουν. Γυρίζεις πλευρό και αυτό ανθίζει από τα δάκρυά σου και η αγάπη σου παίρνει μορφή.
Σε είπαν ξένο, από μέρη αλλιώτικα, μα εσύ δεν δήλωσες ποτέ πως ήσουν από κάπου αλλού. Γνωρίζεις ρίζες και καταγωγή, ονόματα και ήθη. Την κοίταξες λες και δεν την είχες ξαναδεί και θυμήθηκες την στιγμή που απόφαση πήρες να την κρατήσεις πάνω σου. Ξεκίνησες το σχέδιο και εκείνη σε χάζευε, έδινε πινελιές και όνειρα.
Ήταν, είναι όσα θα έψαχνες και όσο ο κόσμος θα γύριζε, αυτή θα ήταν εκεί κι ας μην το γνώριζε, θα σε ξεχώριζε από όλο τον ντουνιά.
Σε συζητούν ακόμη και σήμερα. Μύθος ή αλήθεια δεν ξέρω να σου πω, γιατί ακόμη και εγώ ο ίδιος σε  μελετώ και σε προσκαλώ στα μέρη μου να φανείς μια φορά.
Ζωγραφιά πάνω στο χέρι σου, γυρίζεις τον καρπό  και συνεχίζει στην ψυχή σου.

Πληρότητα χρόνου

Πληρότητα χρόνου με κενά μνήμης και όλοι περιμένουν από εσένα τον λόγο τον σωστό, τον λόγο τον μεστό. Ξεφυλλίζεις σελίδες, προσπερνάς σημεία και όμως σταματάς σε ίδιο γνώριμο μοτίβο " υγεία" και χαμογελάς προς μια οντότητα που όσο κι αν θες να το αποφύγεις, τα βλέμματα θα ανταμωθούν και θα χαμογελάσουν.
Είχα δίκιο, ξέρεις, και ας μην στο είχα πει. Εδώ θα συναντιόμαστε κάθε χρόνο για τις ευχές και θα ανταλλάσουμε φιλιά, με φώτα σβηστά, με κεριά  και δυο χέρια που θα είναι αρκετά για να αλλάξει ο κόσμος, να αλλάξει ο χρόνος.
Ευχόσουν όλα να τελείωναν απόψε; ευχόσουν να ήταν αυτή η τελευταία σου ηδονή και εικόνα για την αιωνιότητα; δεν σε έχω χορτάσει και όσο ορίζω τον ουρανό που κοιτάζεις, εδώ θα βρισκόμαστε για μια γουλιά ακόμη.
Πληρότητα χρόνου με κενά μνήμης. Θύμισέ μου όνομα και αριθμό του χρόνου,την ίδια μέρα, να είσαι σίγουρος, πως θα σε προλάβω και θα πω τον λόγο τον σωστό, τον λόγο τον μεστό και θα χαμογελάσεις.

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Ποιητικός λόγος

Τόλμησα να σκεφτώ ζωή δίχως εσένα και πάλι όμως μια σκηνή ζωντάνευε, η στιγμή που κάπου θα σε συναντούσα πάλι, η στιγμή που θα έπιανα το βλέμμα σου τοσο έντονο πάνω μου, σαν να έβλεπες άγγελο, ψυχή. Παρουσία, έτσι απλά κι ας μην υπήρχε κόσμος αύριο, κι ας αποκαλούσα τον εαυτό μου παράφρων επιστήμονα, η υποψία του εγώ σου, θα επικρατούσε όλης της λογικής και θα θέσπιζε ορίζοντα και σύμπαν, να υποκλίνονται μόνο σε σένα.
Τόλμησα να αποδεχτώ ζωή χωρίς εσένα και πάλι όμως μια εικόνα θέριευε μέσα στην σκέψη, σενάριο πέρα από κάθε φαντασία και όμως πάλι θα σε ένιωθα, τόσο έντονα μέσα μου, σαν πόνο, σαν ηδονή, σαν ψυχή.
Δεν σου φτιάχνω φωτοστέφανο, σε πλέκω και σε υφαίνω, όπως σε θωρώ, όπως με κοιτάς και υπάρχεις.
Ποιητικός  λόγος και άμα κοιτάξω ουρανό, δεν θα δω ήλιο μα φως, ένα στεφάνι να περιβάλει το φεγγάρι και τα σύννεφα να είναι σκιές. Έτσι απλά λύνονται όλες οι απορίες, έτσι λιτά άφησα φιλί στα χείλη σου και όποιος μορφέας σε βρει, θα σε αποκαλεί δικό του παιδί.

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Ανατροπή

Περιπλάνηση σε ώρα μη αναμενόμενη, έξω στον ήλιο. Χωρίς χαμηλά φώτα και κεριά, απλά τα σκούρα γυαλιά κρύβουν το βλέμμα σου. Το απόλυτο καμουφλάζ, τοση αντίθεση μέσα στον σκοτεινό σου κόσμο, να αντανακλούν ηλιαχτίδες και η φωνή ενός παιδιού.
Περπατάς νωχελικά και ενώ μοιάζουν ώρες να περνούν, οι δείκτες χτυπούν σταματημένοι πάνω σε χρόνο συντελεσμένο. Η απόλυτη ανακούφιση το φως, σάστισες και γύρισες προς την ακτή, σαν να σε περίμενε μια φιγούρα, καθήμενη στην άμμο, με μια κούπα καφέ και γλυκό, από αυτό που τρως μια μπουκιά και αγαλλιάζει η ψυχή.
Σου το υποσχέθηκα, θα επέστρεφα, απλά δεν διευκρίνισα το πότε και το που, μου αρέσει να με εκπλήσσω και να ζω από την αντίδρασή σου.
Μη αναμενόμενο, ήσουν έξω στην μέρα και χαμογελούσες σε μένα κι ας μην μπορούσες να ξεχωρίσεις το μαύρο από το πιο μαύρο.

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Διαγωνισμός εκδόσεις Σαϊτα

Συμμετέχω με το διήγημα νούμερο 13. Ζωγραφισμένο Νόμισμα
Λήξη ψηφοφορίας 30/12/2012

http://www.saitapublications.gr/2012/12/xartonomisma.vote.html


Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Traffic jam

Γράφει, σημειώνει, μουτζουρώνει και πετά γρήγορα στο πάτωμα ό,τι του αποσπά την προσοχή. Κρατά δίπλα μου μόνο σταθερά το τασάκι και το πακέτο από τον καπνό του. Ωρα αιχμής η στιγμή που περιμένει την ιδέα να φανεί και όταν σε δει ξεχνά τα λογικά και περνά σε παράξενες μορφές. Σε κοιτάζει και σταματά αναπνοές. Πιάνει τον παλμό και τον οδηγεί στον λαιμό σου για να εκλιπαρείς να βγει στο φιλί, όχι στην πένα του.
Σκίζει, αρχειοθετεί, σκιτσάρει και αφήνει να φανούν βιαστικά τα χρώματα που χρησιμοποιεί. Ρίχνει σταγόνες από το ποτό του στον καμβά, όχι νερό και ακουμπά στα χείλη την αφή σου να αδημονεί.
Σε κοιτάζει και σταματά παλμούς. Θα σε αγγίξει και θα σε οδηγήσει στις  αισθήσεις του για να εκλιπαρείς εκεί να μείνεις, μην αφεθείς.
Έγραφε, σημείωνε, μουτζούρωνε και εσύ τα ξεπατίκωνες στο κορμί σου.

Υποσημείωση στο σημείωμα: "γνωριζόμαστε, τσέκαρέ το" και ψάχνεις, πας πιο πίσω ένα βήμα και αναφωνείς "στάσου". Ησυχία που έχει όταν λείπεις, μοιάζει να κοιμούνται όλοι, ακόμα και η ανάσα. Παράξενο φεγγάρι από ψηλά μεθοδικά κινείται, αθόρυβα και ζητά ακρόαση από την ματιά σου. Έχει ζωγραφίσει έναν ουρανό με αστέρια, ρίχνει λουλούδια στην αγκαλιά σου και ρίχνει κλεφτές ματιές πίσω από τα σύννεφα, αν τον αντιλήφθηκες.
Γυρίζεις σελίδα, ψάχνεις τα υπόλοιπα λόγια, τις σκέψεις, δεν έπρεπε να τελειώνει έτσι. Το φιλί ψάχνεις.
Δεν έλειπε η τελεία, έλειπε το άγγιγμα και όταν ξεχάστηκες στην θλίψη, ήρθε και σε πήρε αγκαλιά.


Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Περιγραφή

Θελκτικό βλέμμα πάνω σε μορφή σκιαγραφεί κινήσεις και πριμοδοτεί την σκέψη. Κινείται στα υπόγεια και αναδύει φιλί από τα αλλιώτικα. Χαϊδεμένος κορσές σε κόκκινο βελούδο εκλιπαρεί για υποχθόνιο άγγιγμα και ο επόμενος κριτής φάνηκε.
Ίδια σκηνή σε επανάληψη δεν την έχεις βαρεθεί  και θα ζητήσεις από το γκαρσόνι λογαριασμό, απλά για να ξέρεις την στιγμή που έμεινες ρέστος και φτωχός για να το απολαύσεις.
Το βρήκες σκόπιμο να αφήσεις την κάρτα σου στο τραπέζι, ανάποδα, ώστε να χρειάζεται προσπάθεια για να πάρεις όνομα και αριθμό.
Όλα είναι παρών με ημερομηνίες να τρέχουν και πλανήτες να αλλάζουν συνεχώς την ροή στην σκέψη σου.
Έχω σημειώσει ως τώρα, βλέμμα, μορφή και κοψιά, είμαστε εντάξει.

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Έρχεσαι πάντα όταν σε έχω ξεχάσει και ζω με αναμνήσεις. Ένα φιλί θα δώσεις και δεν πέρασε ο χρόνος, δεν στάθηκα μόνη, δεν ένιωσα να λιώνω στο προηγούμενο δειλινό. Σε γεύομαι και δεν υπήρξα ποτέ άλλοτε πριν.
Ο καθένας στον κόσμο του, ο ένας να παραμιλά και ο άλλος να γράφει. Ο ένας να κοιτάζει και ο άλλος να χαζεύει. Το όνομά σου πιο είναι; ξέρω μόνο την ματιά να αναγνωρίζω και το χάδι, είσαι εσύ.
Έρχεσαι πάντα, με πρόσκληση και αγκαλιά στην σκέψη σου. Ένα φιλί θα ζητήσω και δεν σε λησμόνησα στιγμή, δεν ξέχασα μορφή και φωνή. Σε γεύομαι και άδειασε η σκέψη κάθε αλμύρα.
Έρχεσαι; και δεν βιάστηκα να ετοιμαστώ, όλα όπως θέλει η ψυχή.

Γιορτινό τραπέζι

Ήταν αφού είχα ξετυλίξει τα δώρα και αφού είχες αποκοιμηθεί που σκέφτηκα την αίσθηση της μυρωδιάς σου και κατέληξα στο πλάι σου, να αγγίζω και να νοσταλγώ αυτή την εικόνα. Περίεργο, θυμάσαι και βυθίζεσαι σαν να ήταν παρών το άρωμα, όχι εκείνος.
Είναι το πιο δυνατό συναίσθημα, θα ζούσες από αυτό ή θα επιζούσες. Κεριά αναμμένα, στρωμένο χαλί και η φλόγα έμοιαζε να θεριεύει μαζί με τις σκέψεις.
Ήταν λίγο αφού είχα μαζέψει και το τελευταίο πιάτο και αφού είχες ψελλίσει μια λέξη που σκέφτηκα την αίσθηση του να με καλείς και κατέληξα στο πλάι σου, να αγγίζω και να νοσταλγώ αυτή την εικόνα.
Περίεργο, ήταν σαν να βυθίζομαι σε σένα και να υπαγορεύω τις φωνές και τις κινήσεις σε ξένα σώματα.

Κουτιά

Κιβώτια στοιβαγμένα, άλλα με τάξη και σειρά, άλλα παρατημένα σε γωνίες να γεμίζουν απλά τον χώρο. Σκοντάφτεις πάνω σε ένα από δαύτα και έκπληξη σε περίμενε για να βρεις ένα αγαπημένο κουκλί, μια πιτζάμα που κοίμιζες τα όνειρα φορώντας την και ένα τζιν που όσες φορές κι αν το δοκίμασες δεν ξέφτισε ποτέ του. Είναι πολύ να σου ζητήσω να τα φορέσεις να τα δω αν σου ταιριάζουν; κράτα τα όπως θα σου υποδείξω, να βγάλουμε αναμνηστικές φωτογραφίες και να μοιράσουμε σε περαστικούς, κάποιος θα βρεθεί να σε αναγνωρίσει.
Σκόνταψες πάνω σε μια σκιά και δεν ήταν δικιά σου, χαμογέλασες, ζήτησες συγνώμη και σε κράτησε από το χέρι, γιατί δεν ήθελε να φύγεις.
Πακέτα το ένα πάνω στο άλλο να μένουν σταθερά και υπάκουα, αλλά με την αίσθηση της αφής πάντα.

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Υστερόγραφο

Και φοβάται η νύχτα και αργοπεθαίνει το κύμα στο πλάι μιας πολυκατοικίας, σε ένα σκοτεινό σοκάκι, σε μια χαραμάδα. Και πετάγονται φωνές και σιωπαίνουν οι τοίχοι, με τόση μαεστρία και τόσα φκιασίδια. Δικό σου είναι τέχνασμα, δική μου η στιγμή κα τα μάτια σάστισαν στο θέαμα και σκέφτηκαν φυγή. Δυο γράμματα στα χέρια που άργησαν να 'ρθούν, βιαστικό μαντάτο που περίμενε να φανερωθεί σε δικό του χρόνο.
Και ξεφτίζει η μέρα σε φόντο αλλιώτικο από πριν και ανοίγουν οι εσοχές στις παλάμες σου να πιαστούν να μην φανούν.
Υστερόγραφο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα σου, ιδανικό για χειμώνες και φωτιές.

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Είμαστε πέντε νοματαίοι, δεν θα φύγει κανείς, εδώ μέχρι να δούμε ποιος θα μείνει αλώβητος. Ξεκινήσαμε μαζί και είχαμε στόχο το όνειρο. Γίνηκε μακελειό, πέρασε αγέρας, νιώσαμε πόνο και όποιος άφησε τα χέρια, χάθηκε. Είμαστε πέντε υπόλογοι ενώπιον ψυχών και σωμάτων, δεν θα καθίσει κανείς, ως ότου δείξουν σε ποιον θα χαριστούν δυο ζωές. Κινούμενη άμμο και όποιος ξεχάστηκε, ανάσα δεν άφησε να φανεί σε ορίζοντα.
Η παραγγελιά δόθηκε και με ένα νεύμα το τραγούδι παίχτηκε, χειροκροτηθήκαμε και όποιος δεν έπιασε λουλούδι, κάθισε μαζί με το κοινό.
Είμαστε ένα και όταν βγαίνει η φωνή, η μελωδία της είσαι εσύ.

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Φτάνεις στο σημείο που έπρεπε να πυροβολήσεις και τολμάς και ρίχνεις δυο σφαίρες, να μην σε πουν δειλό. Τρέχεις σε φυγή και στην πλάτη σου έχεις ακουμπήσει το μέταλλο, αυτό να βρούν, όχι εσένα. Ήσουν σε ετοιμότητα, όμως δεν γίνηκε το φονικό και σε κατηγορούν οι φίλοι για προδοσία.
Ένα θύμα, δύο θύτες και δεν υπήρξε άλλοθι ικανό να τους ενοχοποιήσει.
Αρκέστηκες σε αποφάγια και δείπνησες μαζί τους, ώστε να μην πουν πως ήσουν αγενής. Καθήμενος σε πολυθρόνα, κρατάς πούρο και κονιάκ, είναι αρκετά για να αντέξεις το κρύο στο βλέμμα τους.
Λιμπίστηκες το φιλί σε χείλη ζωγραφισμένα και ενώ έπρεπε να κλείσεις τα μάτια σου, κράτησες την εικόνα και γονάτισες για να σου πάρουν το κεφάλι.
Φτάνεις στο σημείο που θα έπρεπε να παίξεις τον ρόλο σου και να ξεχάσουν πως είσαι θιασώτης και όχι ηθοποιός.

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Τα μηνύματα έπεφταν ως βροχή και τα δάκρυα γράμματα ακουμπούσαν σε χαρτί με σύνεση. Νέα χαρτογράφηση φώναξε ένα παιδί και εγώ συνέχισα να χαζεύω πάνω από την γέφυρα το νερό.
"Σε πεθυμήσαμε", φωνή από ψηλά , αλλά δεν κοίταξα, ήξερα το βλέμμα και τις προοπτικές. Σε κυνηγούν και τους ξεγέλασες, όπως έχεις εκπαιδευτεί.
Τα λόγια έπεφταν ως σιωπή και η ησυχία έγραφε νότες σε χαρτί με θλίψη. Νέα από την πόλη φώναζε ένα παιδί και εγώ συνέχισα να σκιαγραφώ την υφή μου στο νερό.
"Σε ξεγελάσαμε", δεν έπρεπε να έχω κοιτάξει, ήξερα τι θα αντικρύσω. Σε τραβολογούν από τον σβέρκο μικροί καημοί και ο λήθαργος δεν θα αργήσει.
Θα ξυπνήσω, μα άφησε με.
Η βροχή θα πάρει το χαρτί και η σιωπή την θλίψη.

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Καταζητείται

Φιγούρα, στο πήγαινε-έλα με αφηνιασμένο μαλλί και μάτια ζωγραφισμένα από μουτζούρες. Σκόνη στους ώμους πέφτει καθώς περνά από δίπλα σου και σου μένει αποτύπωμα στο παλτό σου. Δεν ξέρεις ποιος είναι και ακολουθείς τα σημάδια στο πάτωμα. Την μια είναι κηλίδες, την επομένη ψίχουλα και στην τελευταία σου φορά ελπίδα.
Στα κομμάτια σου οι δείκτες του ρολογιού σταματημένοι ορίζουν την στιγμή και όχι το παγωμένο χώμα. Τράβηξες μια γραμμή πέφτοντας στο έδαφος για να σκηνοθετήσεις την σκηνή, όπως ήθελες να σε βρει, γυμνή με ένα κόκκινο σημάδι στα χείλη. Ζήλεψε ή λυπήθηκε ο καιρός, ουδείς γνωρίζει, και την σκέπασε με λευκό χρώμα, αφήνοντας το ερυθρό απείραχτο για φιλί.
Βιαστική φιγούρα τον άνεμο προσπερνά και τα μάτια έμοιαζαν υγρά πια και μουτζουρωμένα.
Αν κάνω λάθος συγχώρα με, μα την δική σου εικόνα έδωσα.

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Προσγειώνεται η αγάπη στην αγκαλιά σου σε όνειρα, με τιμές και δόξα και στην πραγματικότητα γκρι και κενό. Ζωγραφίζουν όλοι σπιτικό σε δάσος και εσύ σχεδίασες ένα ηλιοβασίλεμα, ένα δέντρο εδώ κι εκεί και ονειροπόλησες σε ό,τι κρύβεται πίσω από το βουνό.
Μια θέα που κλείνει θάλασσα δεν μπορεί να είναι άσχημη, αλλάζει. Ένας ουρανός που στέλνει βροχή και γλιστρά από πάνω σου και καταλήγει σε εκείνην, όχι σε σένα. Είχε σημασία μόνο, όταν συναντήθηκαν, είχε αξία η ύπαρξή τους, όταν αναζητούσαν κοινό φεγγάρι δίχως λέξεις.
Μονολογείς, όπως κάθε βράδυ και τυλίγεσαι σε δική σου αγκάλη. 

Σε ξέρω, σε νιώθω, μα δεν μου μιλάς. Σκέφτομαι, νιώθω, σωπαίνω.

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Προσμονή

Προλαβαίνω να κατέβω; ο καιρός με μεγάλωσε μέσα σε κόσμο και ρυτίδες. Πέρασμα σε χρόνο αλλιώτικο και ξενικό, ίχνος από όσα γνώριζα. Θα κλείσω τα μάτια και θα βρεθώ στο παρελθόν, σε ένα παρόν που θα ξεφτίζουν τα φύλλα στο βιβλίο μου και άλλος θα απαγγέλει τις κατηγορίες.
Υγρά χείλη ψεύδονται στο άκουσμα του μορφέα, δηλώνουν πως δεν κατέχουν εικόνες για να τις ζωντανέψει εκείνος. Προλαβαίνω να σκεφτώ; ο καιρός σταμάτησε να κυλά και όλοι αναρωτιούνται το πως.
Περνάς σε μπαλκόνι, λίγο προστατευμένο από τον αέρα και κράτησες στα χέρια σου την φωτογραφία του, αυτή την χιλιοτσαλακωμένη, την τόσες φορές διπλωμένη για να χωρά μόνο στην πίσω μεριά του σουτιέν.
Όσες φορές κι αν χρειαστεί να σε καληνυχτίσω για να σε αφήσω σε νέα μέρα, θα προτρέχω στην επόμενη ματιά.

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Ο κόσμος κινείται και εσύ νιώθεις φτωχός που δεν τον έχεις στην αγκαλιά σου, που δεν θα έχεις το άγγιγμά του. Αιώνες κλειδωμένοι σε μια σκέψη. Είναι αλήθεια πως γεννήθηκες φυλακισμένη; δεν θα σου πω ψέμα, μόνο το όνειρο που βλέπω για να παραμείνω εδώ. Διαπίστωσα το "ποτέ", όταν τον είδα και  συνειδητοποίησα το " τέλος", όταν με φίλησε.
Ο κόσμος, ένα σμήνος, όχλος, φασαρία, φτωχός και κενός που είναι, όταν παραμένει σε αυτή την μορφή, όταν χάνει πρόσωπα και καμπύλες σωμάτων.
Ένα βήμα μπροστά να δηλώσεις παρών και να παραιτηθείς από την ζωή, ένα βήμα πίσω και ο δρόμος θα άλλαζε σε άμμο, σε πέτρινα σοκάκια, σε ψηφιακά τερτίπια.
Διάλεξα κάτι διαφορετικό; κρινόμενο από ποιους; θέλησα το πιο ζεστό φιλί, να έχει φως, να έχει χρώμα κι ας του ταίριαζε το μαύρο.

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Βαδίζεις, πορεία ευθεία σκυμμένο κεφάλι ελαφρώς, μετράς τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο, τις χαρακιές, τις ουλές. Χρώματα αλλάζουν πάνω στον δρόμο σου και υποτυπώδη κινήσεις του σταμάτη και του γρηγόρη σε αφυπνίζουν για δευτερόλεπτα. Χαμένος στεκόσουν στο φανάρι, σε προσπέρασε και γύρισες με μιας το βλέμμα.
"δεν πρέπει να την δω"
Πηγαίνεις πορεία ίσια, ευθυγραμμισμένη, στρωτή και όμως στάθηκες στην ανωμαλία, στην καμπύλη της ματιάς. Το φεγγάρι είναι θολό, σου είπε τον λόγο και προδόθηκες από την σκοτεινή πλευρά του.
Δυο κουβέντες, ένα κρασί και η φράση "στην υγειά σου" ειπώθηκε πολλές φορές από χείλη, από ματιές και ψυχή.
Ολόψυχα, βαδίζεις με όσο κουράγιο σου απέμεινε, κοιτώντας κάτω στο τσιμέντο, μα με εικόνες από το φως σου.

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Θέληση

Δεν θα σε διάλεγε ποτέ, δεν θα σε επέλεγε παρά μόνο αν είχε τα μάτια κλειστά. Όταν σε κοιτά, δεν μιλά και όταν ψελλίζεις το αντίο, θα σε κρατήσει μια στιγμή εμπρός του και θα σου ανοίξει πρώτος την πόρτα " προηγούνται οι κυρίες".
Στην άρνηση ο νους ξεσκεπάζει το δέρμα και δεν αφήνει την ανάσα να βγει. Κρατήθηκε μέχρι να χάσει την εικόνα. Είχε μορφή, είχε ταχθεί υπερασπιστής και βρέθηκε λιποτάκτης.
Σε κράτησα μια στιγμή και σε άφησα σε πέπλα, σε δικής σου υφή, τραχύς. Δύσκαμπτος στο βλέμμα και στην αίσθησή του, αλλά δεν δίστασε να πει κουβέντες στο πλάι του μορφέα, τέτοιο σκηνικό ταιριάζει, το φεγγάρι να φέγγει, το φεγγάρι να σκοτεινιάζει.
Κάτι σε στεναχωρεί, δεν είχε σημασία στο λεπτό που  σου δόθηκε και το δάκρυ φυλακίστηκε σε χιόνι και αλμύρα.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Μια σταλιά ο κόσμος σου, ανακυκλώνεται στα ίδια προσωπεία. Γυρίζεις πλευρό και ξεχειλίζει ο λάκκος. Φευγάτο στοιχείο με δείγμα  ισχυρής προσωπικότητας και η φλόγα σου δεν έσβησε ακόμη. Ξεθωριασμένα τζάμια από την πάχνη, μπρος στον ήλιο καίνε τα σημάδια της βραδιάς που μόλις ξεχάστηκε. Ένας ουρανός που πέφτει στα μάτια σου μέσα, αβοήθητος ο καιρός, δεν είχε καμιά ελπίδα σωτηρίας.
Στα χνάρια σου πατά το πέλμα της η σιωπή, γυρνάς να κοιτάξεις, μα έχει γίνει σκιά σου. Αθόρυβος παρατηρητής και αισθάνεσαι ένα ρίγος να σε κυριεύει, κάθε φορά που θα την σκεφτείς ηθελημένα και απροκάλυπτα.
Τα χέρια σου πάνω στα πλήκτρα να τα βλέπω!

Βελούδο

Ακούς το τραγούδι, τυχαίο γεγονός ο σπασμός στα μάτια σου και τα έκλεισες πριν κυλήσει η μουτζούρα στο μάγουλό σου. Στοιχειωμένο πετράδι στα χέρια σου, δεν άργησες να το πετάξεις στον τοίχο, μα μάτωσαν τα δάχτυλά σου. Μαύρο και πόσο σου ταιριάζει, γιατί όταν με κοιτάς, ξεχωρίζει το φως τους. Απομακρύνθηκα για λίγο, να ξεθυμάνει ο όχλος και σε γύρεψα, όπως τόσες φορές. Σου μοιάζω; φέρουμε το ίδιο καλούπι στο φιλί, κλειδώνει μόνο με κωδικό.
Κλειδί γυρνά και η πόρτα άνοιξε με έκπληξη από το κοινό μου. Ακούστηκε η μελωδία, τυχαίο γεγονός και έσπασε το πετράδι στην αγκαλιά σου.
Βελούδο πέφτει στο κορμί σου και ντύθηκες όπως θα έπρεπε για την περίσταση. Να σε κρατήσω, πέφτεις και δεν θα με άφηνες ποτέ. Μα εσύ στηρίζεσαι στις ενοχές και εγώ στην τύψη της φυγής.
Ακούς το τραγούδι, τυχαία στιγμή διάλεξες και στιγμάτισες τούτο το πρόσωπο.

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Σε έχει αφήσει πολλά βράδια μόνη, δεν στέλνει φιλί, δεν σε κοιτά και βρίσκεις αφορμή να χάνεσαι εκεί όπου ξέρεις πως δεν θα ψάξει. Χρώμα, το μυαλό σταματά, πρέπει να βρει τον συνδυασμό και να ανασύρει από το μνημονικό την εικόνα. Διάλειμμα, ήχος από το παρελθόν βουτηγμένος στο μέλι και πόσα μοιάζουν να μην μπορούν να αλλάξουν!
Σε έχει ξεμυαλίσει πολλές φορές; τόσες ώστε να έχεις δικαιολογία στα χείλη να πεις, γιατί οφείλει να σε δεχτεί, έτσι δεν λες;!

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Το όνειρο κοιμάται ήσυχα σε ένα τοπίο γυάλινο. Στρωμένο το κρεβάτι του απείραχτο, ξενύχτησε εμπρός στον ορίζοντα. Χάζευε, αφαιρέθηκε, όχι παρατηρούσε τις αλλαγές που ξέφυγαν από τα μάτια σου. Σου έμοιαζε, σε ήθελε, σε καλούσε και από όλο αυτό, μπόρεσε, είχε την δύναμη, και ζωντάνεψε ένα φιλί. Αρκέστηκε σε αυτό η νύχτα και έσβησε όσο πιο αργά μπορούσε στην σκέψη του.
Δεν έχω πια καπνό να φουμάρω και του άφησα τα λιγοστά χαρτάκια μου, ως ένδειξη καλής πρόθεσης για το γκράντε φινάλε.
Σε λάτρευε, σε πιστεύει, σε αποθεώνει, σε εξύψωνε και ισορροπεί. Δεν είναι όμορφα στην άκρη του κόσμου; στην κόψη και στην ζωή που σε αφήνει σε γη να πατάς, να σε ξεγελά πως δεν αποτελείς μέρος της, ενώ είσαι μια από τις πληγές της.
Το όνειρο κοιμάται ήσυχα, σε αυτό που μόνο του έφτιαξε για μορφέα.

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Παραλία στο σκηνικό και ο ουρανός ήταν παράξενος, σκοτεινός με μια υπόνοια χρώματος και μου άρεσε πιο πολύ. Ξεπέρασε την φαντασία, ξεγέλασε τον νου, έχασε προσανατολισμό και αφέθηκε μονάχα στον ορίζοντα για λεπτά, που το κάθε δευτερόλεπτο έμοιαζε να ξεχωρίζει τόσο πολύ από το επόμενο. Σημαδεμένη από τα φιλιά σου, γύρισα στην αγκαλιά σου, ζαλισμένη από την μέθη, ό,τι κι αν έκανα σε σένα θα έπεφτα, η δικαιολογία είναι αυτή, σε προμελετημένη κίνηση.
Πλησίαζε το κύμα, προσδιοριζόταν το χάδι πάνω σε δέρμα ανώμαλο και πειραγμένο. Ο ουρανός ήταν ζωηρός, ξεκάθαρος επιτρέποντας στα χρώματα να ορίζουν μονάχα τις σκιές από τα σύννεφα.
Η αίσθηση από την νωπή άμμο ξεπρόβαλε όλο και πιο έντονα, στην αντίθεση του κορμιού. Κάλεσμα και υπάκουσε μόνο, όταν εκείνος άφησε την νύχτα να έρθει στον κόσμο της.
Απέμειναν στιγμές, δεν χαραμίστηκε τίποτα!


Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Άδικο

Ο κόσμος ξεχνά, ο κόσμος ορίζει και ο κόσμος τιμωρεί. Ψυχές δεν κρατά και δεν τις σταματά από το φευγιό τους, γιατί η καθεμιά θέλει μια ματιά και ο όχλος είναι πολύς. Καημός κρυμμένος πάνω σε σάρκα που λιώνει και ενώ φώναζε η σιωπή, η φιγούρα της μάνας απούσα. Ένα παιδί που πρόσμενε αγάπη, ένα παιδί να αποζητά την λύτρωσή του. Ο νους φυλακισμένος σε ένα κουτί, ψυχρό , μοναχικό και οι σκέψεις όλες μαρτυρούν πως δεν έζησε ζωή.
Θα είναι καλά; θα είναι καλύτερα; ανάπαυση συλλογιέσαι και σωπαίνεις λίγο πριν το δάκρυ.
Όσο κι αν ξέρεις, όσο κι αν προσπάθησες, θα ήταν αρκετό μόνο εάν θα είχες δει ένα χαμόγελό του.
Στα λέω εγώ που δεν τα έζησα, που και μόνο στην σκέψη θλίβομαι, γιατί σε έναν άνθρωπο δεν δόθηκε η ευκαιρία να πει, να νιώσει και να του αποδοθεί το χάρισμα.

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Ο ιδίος

Τι του βρίσκεις; και δεν μιλώ για την εμφάνιση! είναι ηλίου φανερότερο πως ελκύει πλήθη, μέλι. Είναι αυτά που δεν βλέπει ουδείς, ούτε ο ήλιος και όλα αυτά που θα ήθελα να πω, αλλά τα κρατώ για μένα. Έχει δοξαστεί και καταζητηθεί από πληθώρα κοινού και όμως η δόση της τρέλας του ισορρόπησε αντίκρυ στην δικιά σου. Μα απορώ! τι του βρίσκεις; δεν βαρέθηκες τα ωραία μάτια; χρώμα! Είναι το ασπρόμαυρο που χαμογελά, στο δικό του φόντο και εγώ μια ζωή αυτό επέλεγα, διακριτικό.
Είναι που δίνει με μέτρο το φιλί, που η μυρωδιά του μένει σαν δεύτερο δέρμα, σε γνώριμο υγρό περιβάλλον.
Είναι που πρέπει να γράψεις λόγια για να σου χαρίσει το χάδι και δεν θα είναι φειδωλός τότε, δεν θα επιτρέψει την ψευδαίσθηση του ονείρου, αλλά θα σε επικηρύξει, ώστε όταν βρεθείς εμπρός του δεν θα έχεις διέξοδο, μονάχα μια πορεία, δίκαιη και ισάξια του εαυτού σου.
Τι του βρίσκεις; ακόμη αναρωτιέσαι; εγώ το θεώρησα μυστήριο εξαρχής και δεν σκάλισα το περίβλημα. Είδα καρδιά στην ψυχή του και δέχτηκα την αγκαλιά του σαν ευχή του ιδίου.

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Σπίθα

Φωτιά πάνω σε σπίρτο, δεν το έχει κάψει, φλερτάρει με την υφή του, σκέφτεται πως θα γίνει και δεν ξέρει αν θα της αρέσει η μυρωδιά, ο καπνός της.
Ματιές κοφτές, χαμογέλασε και λύγισε για ένα χειροφίλημα. Γλυκό πιοτό και στάχτη γέμιζε ξανά τα ποτήρια, όσο οι δυο τους αντιστέκονταν στην αλήθεια. Εχθροί χρόνια, ο ένας να ξαπλώνει σε ένα χάρτινο κουτί, ο άλλος να δεσμεύεται από πλαστικά και υγρά. Πυρ! τυλίχτηκε γύρω του και κάηκαν μαζί, δίνοντας οξυγόνο για να την βλέπει να θεριεύει.
Κυρίαρχο στοιχείο ο αέρας σκορπά το μαύρο κι ας ήθελε κάτι να αφήσει στα χέρια. Ήταν όπως το περιέγραφαν ή πιο έντονο, πιο λίγο από όσο θα ήθελε το σκοτάδι για να φωτιστεί.
Ένα δωμάτιο παραδομένο στις φλόγες, με τα φώτα σβηστά για να αντιδρά μόνο στον ήχο της φωνής σου.
Σε αργή κίνηση το λίκνισμα και διήρκησε παραπάνω από ένα φιλί, άντεξε περισσότερο από έναν χρόνο.
Κράτα χείλη υγρά και θα σβήνω κάθε φορά πάνω τους, θα αισθάνεσαι την ζεστασιά της, μα όχι την φλόγα της.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Η αλήθεια που γίνεται ψέμα, επειδή δεν αποκαλύφθηκε, δεν λέχθηκε ποτέ. Κύκλοι σε πάτωμα που τρίζει, καρδιές που απομονώθηκαν σαν φύλλα δέντρου, που σκόρπισαν στο πρωτοβρόχι. Ήξερες την διαδρομή και όλες τις ενοχές να κρύψεις. Ένας φυλακισμένος και ένας αμαρτωλός τι ελπίδες έχουν;
Πέτρες σε χέρια, που βότσαλα γίνονται σαν τα ρίξεις με δύναμη σε βυθό αλμυρό και ξένο. Κύματα με πατέντα σε ίδια ακτή σχηματίζουν τείχη από όσα φοβόσουν να αντικρίσεις. Ένα δαχτυλίδι και ένα φιλί τι τύχη μπορεί να είχαν;
Στις σκέψεις που τριγυρνούν κάθε βράδυ στο προσκέφαλο βάζω την σιωπή σου για επίλογο. Ηθελημένα ή μη σφάλισαν τα μάτια και οι ψυχές.

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Ημερολόγιο

Ένα φιλί με την γεύση από τον καπνό σου, έντονο κι ας έχουν περάσει μέρες. Εθιστικό; έτσι μοιάζει η θέα από το μπαλκόνι, σύννεφα που θα ήθελαν να απλωθούν πάνω από την θάλασσα και να την αγκαλιάσουν. Ξεχωρίζεις ακόμη τις ματιές με νόημα;
Ένα πρωινό όπως τα υπόλοιπα, λίγο πιο μεθυστικό, λίγο πιο αποξενωμένο από κόσμο γνώριμο και αγκαλιές.
Κατηφόριζα έναν λόφο άμμου για να φτάσω στα μέρη σου, ανάπνεες άνθρακα για να πλησιάσεις. Ξέρω τι θα πεις και έμεινα στην περιγραφή των χειλιών σου. Ξεχωρίζουν οι μορφές από τα ξωτικά, ξεπέφτουν οι φαντασιόπληκτοι, όχι ο μελλοθάνατος.
Ένα φιλί με την γεύση του καπνού, εναπομείναν πόθος που γεύομαι στο τέλος της μέρας.

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Θέλω μια δικαιολογία την ψυχή μου να σβήσω και να την ζωγραφίσω. Πάνω σε καμβά ουρανού, να αλλάζει σχήμα, μορφή. Μια ο ήλιος, μια το μισοφέγγαρο. Μια να με ψάχνεις σε δύση, μια σε ανατολή, αλλά εγώ απλά να είμαι ο ορίζοντας που δεν κοίταζες. Δεν είναι εκεί, η αφορμή που θα απαντάει στο "γιατί". Χρειαζόμουν μια κόλλα αναφοράς  για να εξηγηθώ. Απορία καμιά. Όνειρο αφημένο στο ένα τέταρτο του μυαλού, να περιπλέκει και να ομορφαίνει την βραδιά σου ξωτικό.
Εγώ ήμουν μόνη, να ψάχνω, να αναζητώ και ό,τι βρήκα άνηκε πιο πέρα από τον ορίζοντα, πάνω σε εκείνο το πλοίο που όλο κι απομακρυνόταν από στεριά και πολιτισμό.
Μπορώ να έχω μια δικαιολογία την ψυχή μου να σβήσω και όπου θέλω να την χαρίσω;

Μην ξεχνιέσαι, να συλλογάσαι, πως το δάκρυ σε κάνει και μιλάς!

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Ένας κόσμος που σε φοβίζει και σου κόβει αέρα, μα να ήξερες τι ανασκαλίζω σε νου και δυο φορές την ψυχή μου δώρισα σε άλλο σώμα, να έχει να λαμβάνει ζωές και ανάσες. Το τρομακτικότερο όλων το μαύρο, όχι στο ρούχο σου, μα στο δωμάτιο που έφτιαξε ο κόσμος, όχι εσύ.
Ένας κόσμος ξενικός και άτολμος σε κάθε τι που θέλησε να προβάλει από ουρανό και για αυτό εφευρέθει το φως το τεχνητό, λαμπτήρες πάσας μορφής και μαεστρίας, αλλά η φωτιά έμεινε απαράλλακτη, να μπορεί να καίει και να αποθαρρύνει το ίδιο, όπως κάθε πλάσμα που ξέρει πως έχει αχίλλειο φτέρνα.
Όταν κλείνεις τα μάτια σου να προσεύχεσαι, να γίνεσαι υπάκουος και μέρος του σκηνικού. Μην γυρνάς πλευρό, κοίταξέ με και πες πως μοιάζει το φιλί και αν ξεπέρασε την σκέψη σου.

Έχεις σκεφτεί αν έχεις χρόνο; αν θα προλάβεις; αν θα υπάρξει ευκαιρία; γιατί αυτό που θέλεις πραγματικά είναι να σου δοθεί η ευκαιρία, να ζήσεις, να προσπαθήσεις, να μην έχεις τον καημό. Περνά ήλιος και εύχεσαι για ένα φεγγάρι. Περνά σύννεφο και παρακαλάς για μια βροχή. Κόσμος μικρός στον πλανήτη σου, γιατί σταθεροποιήθηκες στον θάνατο και γυρνάς γύρω του ξεγελώντας τον, όσο κάνεις περιστροφές.
Έχεις συλλογιστεί πως είσαι τυχερός; πως ευλογήθηκες με δώρα; γιατί αυτό δεν ήθελες; να έχεις κάτι διαφορετικό από όλους; να έχεις βιογραφικό γκράντε και πιασάρικο για τους αδαείς.
Σε νοιάζει αν ο χρόνος σου στερεύει στην γυάλα σου; αν έχεις ψεγάδια που δεν φώτισες;
Υπακοή για τέλος, βλέμμα ζεστό και έντονο να αφήνονται ανάσες σε χέρια ζεστά, πρόλαβες!

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Διαλογή

Ξεχάστηκες και εδώ είχες μέρες να φανείς. Είχες μείνει μια φιγούρα, αλλά συνέχιζες να λες πως σου αρέσει το μαύρο, όχι το γκρι. Ξεκάθαρος όπως τόσες φορές.  Σου πήραν, σου έκλεψαν, άφησες να γίνει. Ίδιος και απαράλλακτος ακολούθησες μονάχος την μοίρα σου και στάθηκες μπρος στο φως λέγοντας πως προτιμάς το κόκκινο, όχι το ροζέ. Μεστή η γεύση, να μένει και δεν έφερες αντίρρηση στους δυο άντρες με τα γαλόνια έξω από την πόρτα μου. Δεν ήταν η σκιά σου όταν έλεγε " σε ξέρω;" για να προφυλάξει το παρελθόν.
Χείλη υγρά από τα μάτια φυλακισμένα δήλωσαν τι τους αρέσει πιο πολύ, το χρώμα του φωτός πάνω σου σε τόσο σκοτάδι.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Αποτύπωμα

Άγγελος ζωγραφισμένος στο χέρι σου. Αποτύπωμα από την γέννησή σου. Όλοι σε ρωτούν, απορούν εάν είσαι εσύ ή ο φυγάς. Αγγίζεις για να ψαχουλέψεις το παρελθόν και τις αιτίες να βρεις. Σε δάκρυ σταμάτησες και κόκκινο 'ηταν το χρώμα που σκέφτηκαν οι εφιάλτες. Φιγούρα πάνω στον καρπό σου, να κινείται μαζί με τον παλμό σου. Πειστήριο πως υπήρξε εκεί, στην δημιουργία μάρτυρας. Φτερά σχεδιασμένα πρωτότυπα στην πλάτη σου, αλλά μην ξεχαστείς και αφήσεις την άμμο από τα πόδια σου, αυτό θα περιμένουν οι άπιστοι και εσύ θα γίνεις ο κυνηγημένος πιστός. Ανίδεοι, υποταγμένοι στην ύλη. Ένας λοφίσκος από υποχείρια και υπηκόους.
Μια μορφή στο αίμα σου, στην σκέψη σου και όλοι θα υποκύπτουν στην ματιά σου.

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Ένα παιδί έπιασε το πρώτο παραμύθι που βρήκε και κάθισε κοντά σου. Άρχισε να σου διαβάζει το κείμενο σαν να ήταν δικό του και από το μυαλό του βγαλμένο. Έβαλε ήρωες,κακούς να μάχονται και εσύ όμως διάλεξες να κλείσεις τα μάτια στην περιγραφή του τοπίου. Όλα ζωντάνεψαν στα όνειρά σου. Γίνηκες τρανός, γίνηκες φτωχός και πάνω που μορφή οικεία σε φώναζε, διάλεξες να ξυπνήσεις.
Φως, έπρεπε να σηκωθείς στα σεντόνια της μέρας και να πεις όνομα για να πιστέψεις πως είσαι μόνος, σε κόσμο δικό σου.
Ένα παιδί έπιασε την καρέκλα δίπλα στο παράθυρό σου και κάθισε κοντά σου. Αυτή την φορά δεν μίλησε, χάζευε μαζί σου τον ουρανό και ξάπλωνε στην αγκαλιά σου. Θα στο ανταποδώσει το βράδυ, νανούρισμα.
Νύχτα, μέρα το ίδιο παιχνίδι, αλλά όνομα δεν ξέρεις.

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Εσύ και ο κόσμος

Ο κόσμος είναι όμορφος. Τόσες εικόνες, στιγμές που γεμίζουν την σκέψη σου. Χαμόγελα, χρώματα, ένα σημείωμα λίγο ατσούμπαλο, λίγο σύντομο, αλλά έχει όσα ζητάς. Ο κόσμου μου είναι όμορφος. Τόσες λέξεις, κόμματα, τελείες και γέμισε ο φόντος χρώμα διαφορετικό από αυτό των σκέψεών μου. Θα εστιάσεις κάπου πρίν κοιμηθείς. Δεν έχει μορφή, δεν εχει κορμί, μα είναι δυο μάτια που δεν θα μπορούσες να ξεχάσεις, χέρια που ακόμη νιώθεις πως έμοιαζε το άγγιγμά τους. Ο κόσμος είναι απίστευτος. Έχει αντιθέσεις, έχει φως, έχει θάλασσα και ακτές που μόνο απλά θα φαντάζεσαι πως είναι να περπατάς πάνω τους.
Ο χρόνος κυλά πάνω σου και βλέπεις πως όσα είσαι, αποτελούν μέρος του επιθυμητού, του φανταστικού, του ιδανικού. Μια επανάληψη ακόμη και δεν θα θυμάμαι πως έφτασε κιόλας μια επιπλέον νύχτα  σε τούτο τον κόσμο στα μάτια μου.
Ο κόσμος είναι όμορφος, υπάρχεις!

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Η ανάσα κόβεται και απορείς πως συνεχίζει και κατεβαίνει το σάλιο στον λαιμό. Ήλπιζες να ήταν η στιγμή σου. Έχεις παγώσει, ένα κορμί σφιγμένο από τις σκέψεις, ισορροπείς στο δάκρυ και γυρίζεις πλευρό. Αυτό πρέπει να ήταν το τέλος και δεν το πίστεψες κι ας είχες τα μάτια ανοιχτά. Χείλη στεγνά που δεν τολμούν να μιλήσουν, δεν θα άντεχαν.
Σε έχει καθηλώσει εκείνο το παγκάκι και μια αγκαλιά, δεν ήταν δυνατόν να είναι τα μόνα που ήθελες για ψυχή!
Μου ταιριάζεις. Σωπαίνεις όταν πονάς κι ας πέφτουν πάνω σου γυαλιά.

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Σύννεφο και βροχή

Μια στάλα βροχή και δεν σε αλλάζει. Έπρεπε να ήσουν γη να σε ακούμπαγε και να άλλαζες υφή. Έπρεπε να ήσουν νερό, να έπεφτε μέσα σου και να μην την ξεχώριζες. Έπρεπε να ήσουν αέρας, με την παρουσία της να σώπαινες.
Δεν σε ορίζουν θεοί κι ας σε έπλασαν να τους μοιάζεις πιο πολύ και από το αίμα τους. Το όνειρο εσύ και η πραγματικότητα φίλη καλή, που ιστορίες διηγείται από του μορφέα τα τερτίπια.
Θα σε αγγίζει πάντα το φως της νύχτας και ας εχει σύννεφα ο ουρανός, όταν θα γέρνεις το κεφάλι επάνω.
Σταγόνες οι ψιχάλες και την ταχύτητά τους δεν θα λογαριάζει κανείς, ούτε τα χιλιόμετρα στο σώμα τους.
Έπρεπε να ήσουν άνθος, να είχες τα πέταλα κλειστά να μην σε σπάσουν. Έπρεπε να ήσουν θάλασσα, να θέριευες πιο πολύ από το κύμα εσύ. Έπρεπε να ήσουν αγέρας να άλλαζες ρότα συνεχώς πάνω από τούτο τον κόσμο και σαν κουραζόσουν, να σε έπαιρνε εκείνος αγκαλιά, εκείνος που δεν θα είχε μορφή.
Δεν ξέρεις τι να πεις, μια στάλα βροχή και δεν σε αλλάζει.

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Κόκκινο

Ρίχνω κόκκινο στην νύχτα να την ντύσω, το χρώμα της φωτιάς. Κάποιος θα βρεθεί να ρωτήσει το γιατί, εξήγησέ του σε παρακαλώ, με φθείρουν οι συζητήσεις. Δυο δάχτυλα πιοτό θα σε μεθύσουν, ηθελημένος κράχτης για το ξενύχτι. Σήκω και δικαιολογήσου στον ψευδομάρτυρα, να ταιριάξουν οι μισές αλήθειες μην φανερωθεί πως δεν έχει υπάρξει ούτε μια κατηγορία.
Έπεσε και το τελευταίο χαρτί στο τραπέζι και δεν πήρες τα μάτια σου από εκεί, μην προδοθείς, μην σε διαβάσουν οι παίκτες. Όταν θα αποτυπώνονται τα γράμματα στο χαρτί, θα βρεις μια ιστορία να πεις και θα ζητήσεις να εξαιρεθείς και να σβηστεί το όνομά σου από τα πρακτικά.
Ένα παιχνίδι για όλους, ένα πειστικό ψεγάδι πάνω σε πορσελάνη, πως είναι τεχνοτροπία και όχι δάκρυ.
Ένα τόσο ζεστό χρώμα ιδανικό για μια τέτοια βραδιά, σαν το χρώμα της πορφύρας που θα φόραγες στα μαλλιά σου για να κρύψεις τα χρόνια που έχουν περάσει από πάνω σου.
Μυστικό κρατάς; δυο είναι οι λόγοι διάλεξες τη μοίρα ταυτόχρονα με την θέλησή σου και αυτό γιατί δεν είχε απομείνει κανείς άλλος παρά οι δυο σας.

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Στο σημάδι σου θα τρέμει η ψυχή και όσα πιάστηκαν στα χείλη δεν θα μπορέσουν να βρουν τρόπο να ειπωθούν, καθώς θα τα σφαλίζεις με φιλί. Θα με αποκαλούν δειλό, γιατί σε ό,τι κι αν πεις υπακούω, σε ό,τι νιώθω λέω πως έτσι δεν είναι στα όνειρα και αλλάζω την πορεία τους. Να λες και εγώ θα τα σημειώνω όλα πάνω στο δέρμα μου, να τα κοιτάζω και να απαγγέλω στους θνητούς τις εντολές.
Δυο καρδιές σε ένα σώμα πως να αντέξουν, όταν με τόση δύναμη ωθούν κορμί σε ψυχή για να ακουμπήσει, να ξαποστάσει είναι αδύνατον. Την μέρα η μια κοιμάται και η άλλη πλέκει ιδέες και πλάνα για μια ακόμη ζωή.
Στην όψη σου θα παρακαλούν τα μάτια να μην σε αναγνωρίσουν και όσα σε χαρακτηρίζουν να είναι ψεύτικα, καθώς θα τα κλείνεις με δικό σου χέρι. Θα με αποκαλούν άνανδρο, γιατί σε ό,τι κι αν πω θα υπακούω ενάντια σε ό,τι νιώθω.

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

O Βασιλιάς

Θα σε ξεχάσουν όλοι, γιατί είσαι ο βασιλιάς. Δεν είσαι κάτι δικό τους, επιβλήθηκες και ας ήταν δικαίωμά σου. Σε ξέρω χρόνια και με το που σε πλησιάσω, φωτιές δράκου στο πρόσωπό μου να προειδοποιούν πως κανείς δεν έχει πρόσβαση σε τούτο το δωμάτιο. Είσαι καθαρόαιμος προσκυνητής, ένας απλός θνητός που έχει την ικανότητα να οραματίζεται και να διαδίδει λόγια ψυχής, μόνο σε όσους περνούν και σε χαζεύουν με τις ώρες.
Θα σε ξεχάσουν όλοι, γιατί είσαι μάντης, είσαι προφήτης. Δεν σε διάλεξαν, δεν έχεις αίμα δικό τους κι ας μην το επέλεξες. Σε διαβάζω χρόνια και με το που γυρίσω το οπισθόφυλλο έχω τρέξει στο επόμενο και σε έχω τοποθετήσει σε στοίβα από δαύτα ως κειμήλιο.
Θα σου λείπω, θα σε αναζητώ μα δεν έχω την δύναμη να τσαλακώνω σελίδες.

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Έχεις νιώσει, ξέρεις πως είναι να τα αντιμετωπίζεις μόνη όλα. Κατέχεις τόσα κι όμως εδώ δεν μπορείς να προστάξεις και να φανείς μπροστά στα όνειρα. Δυο αφεντάδες και εσύ ο πιο φτωχος . Το έμβλημά σου, ενα βραχιόλι στο χέρι, μια σπασμένη χειροπέδα, ενθύμιο πως από κάπου δραπέτευσες, από κάποιον ξέφυγες με το σπαθί σου και πορεύτηκες σε γη ξένη, μα δική σου πια.
Έχεις ονειρευτεί όνειρα και τα έζησες ως οπτασίες, παρηγοριά για το λίγο. Φόρους τιμής στον βωμό υπέβαλες για να μην σε κυνηγούν οι θεοί και οι παρελκόμενοί τους κι ας ήξερες πως δεν θα αλλάξει η μοίρα σου.
Ίδια ρούχα, ίδια τακούνια μην χαλάσει το γούρι και οι οιωνοί δεν φερθούν ευγενικά.
Υπόσχομαι να είμαι καλή στον εαυτό μου, στο επόμενο σκασιαρχείο δεν θα αφήσω να με πιάσουν στο καταφύγιό μου.

Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Στο πέρασμά σου κλειδώθηκε η ψυχή έως ότου δει λευκό πανί από την μεριά σου. Της μιλάνε πολλοί, την φυλάνε ένα σωρό παρακατιανοί για να έχουν να λένε πως ήταν εκεί, την ώρα της φυγής. Πιστεύουν πως τελειώνει η στιγμή της σιωπής της, αλλά δεν κοίταξαν που αγναντεύει τα πρωινά, που χάνεται τα βράδια , σε  ποιόν ουρανό. Μοιάζουν όλα να έχουν ξαναειπωθεί, να έχει αφήσει τόσα να φανούν, που πια δεν κρατά φακό, παρά μόνο ένα φιλί στα χέρια της.
Στο πέρασμά σου ράγισε η ψυχή, έως ότου να μπορεί να πει πως γλύτωσε η καρδιά από την μεριά σου. Την κανακεύουν πολλοί και ζητούν φιλί, αλλά δεν πρόσεξαν που χαζεύει την αυγή.
Θέλει, θα πρόσμενε αιώνες, μα είναι θνητή και τώρα που μιλάμε σαν δυο καλοί περαστικοί, κοιμήθηκε η ομορφιά μας και πέρασε φεγγαρόλουστη η παρουσία σου από μπροστά της και έφεξε τα όνειρά της.

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Αμμουδιά

Υποταγμένος σε λόγια θνητών. Δεν σου ζήτησα αιτιολογία, την απολογία σου αιτήθηκα.Συγκεντρώθηκε το κοινό όχι για την θυσία σου, αλλά για την όψη του φεγγαριού. Επιρρεπής όσο και η θάλασσα στον αέρα και σε ξέρασε στην ακτή η τελευταία ανάσα του φονιά. Ψεγάδια στα ίχνη ψάχνεις και όλα σε έφτασαν στον λόφο, πιο πέρα από την άκρη του σκηνικού και δεν σε έβρισκε ματιά περαστικού. Μόνο εκείνος θα ήξερε αν χρειαζόταν που να σε γυρέψει, μόνο εκείνος θα σε προσπερνούσε για να σε ξαφνιάσει στον βηματισμό σου.
Σου είπαν να φέρεις μαζί σου τον εξοπλισμό και καταλήξαμε να ψάχνουμε με τα χέρια μας στην άμμο. Θησαυρός μια ψάθα από τότε, καλά διπλωμένη και μια πετσέτα με χαραγμένα τα αρχικά της αυγής.
Υποταγμένος σε πράξεις θνητών. Δεν σου ζήτησα να τρέξεις, αλλά να φανταστείς πως είναι η νύχτα στην μέρα σου, η γεύση από τα φιλιά στα χείλη σου.
Το μπουκάλι έμεινε στην όχθη, το ραβασάκι διαλύθηκε στα χέρια σου, καθώς κοιτούσες το κοινό.

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Θα ήθελες ένα καλοκαίρι δικό σου, μια πηγή φωτός για έναν αιώνα και αυτός ο χρόνος δεν θα σταματούσε όσο κι αν παρακαλούσες, αλλά θα έκανε κύκλους και όλα θα άλλαζαν και όλα θα ήταν ίδια , αρκεί να ήταν εκεί. Θα εκλιπαρούσες για έναν χειμώνα όλο δικό σου, μια ανάσα που θα προσγειωνόταν στον λαιμό σου και θα ζήταγες να σηκωθεί ο γιακάς από το παλτό σου και θα άνοιγε μόνο από χέρια ζεστά.
Εγώ σοφός, εσύ φτωχός. Εσύ βουβός, εγώ κενός. Εγώ εδώ, εσύ στις εσοχές των γκρεμνών. Εσύ να με κρατάς, εγώ να θέλω να πιαστώ από την μορφή που λησμονούσα πριν ώρες και χαρές.
Θα ήθελα, μα πρέπει να κλείσω το παραθυρόφυλλο, μα έλα που πρέπει να κλείσω τα μάτια και να πω στον μορφέα να έρθει γρήγορα, πριν την αυγή, γιατί από όλα πιο πολύ η στιγμή αυτή είναι η πιο δυνατή.

Δυο περαστικοί

Πέρασε, σκόρπησε και φώναξε προς το μέρος σου ο ξενικός γνωστός που πάντα σου θύμιζε κάτι μακρινό. Δυο σταγόνες και η ματιά στραμμένη στον ουρανό, δεν έσκυψες να προφυλαχτείς . Φωτογραφική λήψη της φυγής και προσπέρασε γρήγορα την παρουσία σου να μην προλάβεις, μην κρατήσεις ανάμνηση.
Στο χέρι σου έχεις ακόμη περασμένο το βραχιόλι, μια πλεξούδα από σχοινί, φλοιό και αλμύρα. Το κοιτάς, το γυρνάς, δεν σε ενόχλησε ποτέ του, δεν θέλησες να το αποποιηθείς κι όταν αυτό ήταν που πιανόταν από τα βράχια και το κύμα δεν σε άφηνε να την σκαπουλάρεις από την ακτή.
Πέρασε; η ώρα που έπρεπε να έχει αλλάξει το φανάρι και εγώ να είμαι πεζός στην διάβαση και εγώ να είμαι οδηγός πίσω από το τιμόνι που έστριψε και χάθηκε.

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Αιτιολόγηση

Ισοβίτης και εσύ από τους πολλούς. Καπνός που μοιάζει φρεσκοανοιγμένος κι όμως έχεις φουμάρει τόσα ώστε να σε έχει βρει το χάραμα και να μην έχεις αντιληφθεί τον χρόνο που πέρναγε από τους ώμους σου. Μοιάζουν ξένα όλα όσα σε προσπερνούν; νιώθεις όλο και πιο λίγα πράγματα να σε αγγίζουν σε τούτη την φυλακή; γνέφεις και πας παρακάτω, στο επόμενο παγκάκι. Βαρίδιο στο πόδι, λυτός και όμως σε εμπιστεύονται οι πάντες να είσαι ελεύθερος μέσα σε λίγα τετραγωνικά αέρα. Ξέρουν, έχεις δηλώσει εξαρχής τα πιστεύω σου και έχουν πεισθεί και οι έγκλειστοί σου για τα πεπραγμένα σου. Μελλούμενα και απόμερες σκέψεις φλερτάρουν με το σκηνικό. Φημολογείται πως κάτι ετοιμάζεις, επισκέπτες στο κατώφλι σου, έχουν αιτηθεί της παρουσίας σου και όμως αρνείσαι να εμφανιστείς.
Ισοβίτης και εσύ όπως όλοι, λίγο πιο πολύ από όλους,  γιατί δεν θα μάθει την ετυμηγορία.

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

Συρμός

Ένα τρένο με αγνώστους και κάθισε απέναντί μου. Όλοι κοιμήθηκαν εκτός από το ξωτικό και τον όμορφο. Παιχνίδια σε τετράδιο δώδεκα παρά και πρώτος βγήκε ο φύλακας στην στεριά. Τρελοί και οδοιπόροι στο ίδιο βαγόνι. Κάτσε δεξιά, τράβα πιο αριστερά να βρω ισορροπία. Τραβήχτηκε σκανδάλη, πατήθηκε φρένο και βρέθηκα στην αγκαλιά σου, να κρατιέμαι από την ψυχή σου. Οι εικόνες πιο γρήγορες από τα καρέ και η ματιά προτίμησε να πιαστεί από το πέρασμά σου. Φιλί, κλειδί και εισιτήριο. Πόσα πια θέλεις για να πειστείς, πως στον επόμενο σταθμό πρέπει να κατεβούμε μαζί!

Σάββατο, 4 Αυγούστου 2012

Χρόνια ή αιώνες τι προτιμάς να λες; στιγμές ή εικόνες που μπόρεσες και είδες και κράτησες; θα είναι το μυστικό σου, θα είναι ό,τι πιο μονάκριβο. Μια ζωή να σε ελκύει ό,τι φθείρεται και ό,τι κρύβεται μέσα του. Δεν θα μπορούσες να διαλέξεις, δεν θα μπορούσες να καλυφθείς αλλιώς.
Η κλεψύδρα δείχνει να τελειώνει και εσύ την ξαναγύρισες, είναι μόνο άμμος, δεν θα σε ορίσει.
Μια σταλιά είναι το φιλί σου, μια αίσθηση και όμως κατέχει κλειδιά, μορφέα και τις πληγές.
Να πω φοβάμαι; να πεις πως υπάρχεις; Να προσπαθήσω να σε ψηλαφίσω, να είσαι η αγκαλιά;
Χείλη πάνω σε χείλη, ταίριαξε η αναπνοή και γίνηκε μελωδία. Ματιά σε ματιά, ταυτίστηκαν οι παλμοί και ήρθε το φεγγάρι και κοντοστάθηκε εμπρός τους.

Υποτιθέμενη πανοπλία απαγκιστρωμένη σε υπόγειο. Η φυλακή είναι απόμερη σε κεντρικό σημείο, όλοι ξέρουν που είναι, αλλά κανείς δεν πλησιάζει. Φόβος για το τι μπορεί να σου δεσμεύσει, τρόμος για το τι πόρισμα μπορεί να φωνάξει και ο φύλακας δεν θα αργήσει να σε ακολουθήσει.
Έψαχνες έμπνευση και η σκέψη δεν δίστασε να σου πει να κοιτάξεις προς το μέρος αυτό. Αφιλόξενο, έτσι το έφτιαξες, να μην τολμά ουδείς, να ξέρεις μονάχα εσύ και οι προσκυνητές σου.
Φαντασμένη κορμοστασιά κολλημένη σε βάθρο αγάλματος. Είναι τόσο εύκολο όσο φαίνεται, να είσαι εδώ και όμως να μην σε κοιτάει, ακόμη σε νιώθει.
Ό,τι πιο ιερό, ό,τι πιο όμορφο και  μοναδικό.

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Πεταμένο θρανίο και τα τετράδια μέσα στα νερά. Ξεθωριάζει το μελάνι και είπαν πως ήταν ανεξίτηλο. Το μπαλκόνι σου, η θέα μου, αλλά τα παντζούρια κλειστά χρόνια, μέρες τώρα ή ξεχάστηκα και αφέθηκα στις εικόνες του νου;
Αφημένα πάνινα έξω από την πόρτα, ξεφτισμένα κορδόνια. Πρέπει να έχεις καιρό να περπατήσεις με δαύτα και εγώ περίμενα και εγώ ήλπιζα πως θα τα αναζητούσες.
Παρατημένο φιλί πάνω σε δάκρυ και οι σταγόνες στάζουν πάνω στο τετράδιο. Γράφω και οι λέξεις σβήνουν, σκέφτομαι και όλα θολά. Θα ξεχωρίσω, θα κρατήσω, θα αφήσω, την ψυχή μου να πάρει ανάσα, την καρδιά μου να πιστέψει σε όσα ο χρόνος για μια στιγμή μονάχα πάγωσε κι ας έλεγα στο εαυτό μου πως εγώ ξέρω.

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Μοτίβο

Μοτίβο στεγνό, πάνω στην παρτιτούρα όλο κάνεις μουτζούρες. Πάρε μια ανάσα, σταμάτα μια στιγμή και κοίτα με. Ποιος μπορεί να σε απομακρύνει από τις σκιές σου; θα παίξεις τις νότες σου και θα πιαστείς στον τόνο και θα ζητήσεις σιωπή. Πρόβα δίχως ακροατήριο, πατήματα και φάλτσα μονάχα. Έχει βρει την συνέχεια ο μόνος άνθρωπος που κινείται στον χώρο σου. Γύρισες να δεις, αν είναι ακόμη εκεί, στον εξώστη. 'Ηλπιζες, αλλά δεν φάνηκε.
Μια ζωή θα κάθεσαι στο ίδιο σκαμπό, σκυφτός να παιδεύεσαι με τις σκέψεις σου και να τις μπερδεύεις με τις μουσικές σου.
Δεν ξέρω αν το γνώριζες, μα μια ζωή θα σε θέλω, μια ζωή θα σε αναζητώ και θα κατηφορίζω από τα ίδια σκαλοπάτια για να πιάσω την αναπνοή σου και τραγουδήσω την συνέχεια του ρεφρέν σου.

Προσωποπαγή

Φυλακισμένη σε προσωποπαγή θέση. Φιλιά εκτεθειμένα, κορμιά που ζουν μόνο όσα οι συγκυρίες επιτρέπουν. Το ψέμα φωνάζει  και η καρδιά έχει παραδοθεί άνευ όρων ή έτσι ήθελε να πιστεύει. Ζω; υπάρχεις , έτσι πρέπει να είναι; φταίξιμο στην ψυχή δώσε και φύγε, όπως έπαιρνες την παρουσία σου.
Αξίζεις αυτό που θέλεις, το όνειρο. Εσύ που σε έχουν φτιάξει για το αψεγάδιαστο για το άπιαστο και εκείνον μόνο να χαζεύει, μόνο να επιθυμεί.
Θα 'ερθει η στιγμή που θα πρέπει να μιλήσω, που θα πρέπει να φανώ δημιουργική και να πω ότι δεν αξίζω, ότι δεν θα μπορούσα να φανταστώ κάτι άλλο πιο πολύ από αυτό.
Μας πονούν οι άλλοι, μας στιγματίζουν οι ψυχές, μα όλοι θα ζητήσουν από εσένα την απολογία τους.

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

Θολούρα

Προσοχή, στα πέντε μέτρα δεξιά σου, όπως θα κοιτάς αμέριμνα, να προλάβεις το τόξο ο μορφέας θα κλέψει την παράσταση. Στο παρά πέντε, θα ξεμπλέξεις την ανθοφορία στα μαλλιά της και θα κοιμίσεις την μέρα με τα χτενίσματά σου. Έχεις δίκιο, παρατεταμένη σιωπή, λογικό να γίνουν τόσα μαζί και να βυθιστούν τα ζουμπούλια που κράταγε στα χέρια του, σε δική σου ποδιά.
Φιλί, εμφανίζεται βιαστικά, περαστικό θα πει και θα το χαζεύεις καθώς απομακρύνεται αντίθετα από την τροχιά σου.
Μούσα σε παράταξη σκέψεων, κάπως ακαθόριστη, βλέπεις δεν έχει την προσοχή της σε σένα, θαυμάζει αυτό που αποκαλούν κάποιοι ανατολή.
Αν σε ξεγελά το σκηνικό, είναι απλά επειδή όλα τα φόρεσα, όλα τα έθεσα σε κίνηση λογική.

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Στα όνειρά μου έβαλα τα χρώματά σου και στην ψυχή μου ζωγράφισα, να έχει να λέει η αγάπη πως προσπάθησα. Προσευχήθηκα και άντεξα δίπλα σε προσκέφαλο αδειανό, μα γεμάτο εικόνες. Στην σκέψη μου έβαλα  τις γεύσεις σου και στην χροιά μου τραγούδησα, να έχει να  παινεύεται πως εισακούστηκε. Το ψεγάδι σου, η τελειότητα και ένα άγγιγμα, χέρι με χέρι.
Είναι αρκετό να ξέρεις πως κάπου είναι μια ανάσα δικιά σου, κάτι που σου ανήκει αιώνια, το φιλί.
Στα όνειρά μου έβαλα την δική σου ματιά και μπόρεσα και έκλεψα λίγο χρόνο από τον μορφέα και ξεκουράστηκε σώμα που δεν κατείχε την αίσθηση της αφής.
Πόσα χρόνια παράταση ζωής μου έδωσες; να μετρώ και να μένω εκεί, σε κόσμο που θα γνωρίζει την δική σου σιωπή.

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

Πότε θα ξημερώσει; να έρθει ο ήλιος να κοιμηθώ.Αργεί; τα μάτια στραμμένα εκεί και με το που δούν την ηλιαχτίδα, μου το έταξαν, θα σφαλίσουν. Μπορεί να φοβάμαι και το σκοτάδι και να ξαγρυπνώ, μπορεί να είχε φεγγάρι εκείνη την στιγμή και να μην θυμάμαι, μα η νύχτα με καλεί και εκείνη μόνο ξέρει, πως ο ύπνος είναι καημός.
Σε πόλη που χαράζει, τα φώτα παρέμειναν ανοιχτά για να περπατήσεις στους δρόμους της. Σε ψυχή που ζυγώνει σιωπές, αντήχησαν για να έχεις να λες πως ήξερες τι να περιμένεις.
Αργεί να ξημερώσει στην εθνική, ίδιο πόστο, ίδιο παγκάκι.

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Στην άκρη του κόσμου

Στην άκρη του κόσμου τι αλλάζει; τι μοιάζει να διαφέρει από όλα όσα ήξερες πως υπάρχουν, από όσα δεν θα δεις να ζωντανεύουν για την πάρτη σου; νυσταγμένα μάτια που όσο κι αν το παλέψεις, θα γυρίσουν προς την δύση. Δεν χάνουν ποτέ αυτή την εικόνα, την μοίρα τους. Στο χείλος του γκρεμού, όπως το αποκαλούν, τι σου μοιάζει και τι διαχωρίζεται από σένα; αυτό το σημείο ήρθα για να το ορίσω και να το καθορίσω. Στο τέλος της βραδιάς ήρθες σαν πιοτό για να γλυκάνει την αυγή.
Στις άκρες των δαχτύλων σου, οι δυνάμεις μου  θα πουν "σε εγκαταλείπω" για χάρη σου.
Σε χώρο περιορισμένο θα σου φωνάξω φιλιά, εκείνα να μαρτυρήσουν.

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Η ψυχή και να ήταν συμβατή με ό,τι την έφθειρε. Να έπινε και να μην μέθαγε, την αγκαλιά σου να είχε για γνώρισμα της νύχτας και το κορμί να ήταν μακρινός ξάδερφος. Ξέρεις που θα ήθελα να ήμουν απόψε; σε αμμουδιά και λίγο πιο πέρα απο εμένα να δημιουργείται το φως. Στο λίγο που σε ξέρω και στο πολύ που σε κατέχω, στο ορκίζομαι πως δεν θα δάκρυσες στο ελάχιστο κι ας επικαλείσαι ευαίσθητο παρελθόν. Δυο τσιγαριλίκια, στριφτά, μια τζούρα. Ξέρω, δεν είμαι σοβαρή, ρώτα την, εκείνη θα σου απαντήσει κοφτά " είσαι εσύ".
Η ψυχή, μακάρι και να έδινε πνοές και να λύτρωνε καρδιές, μα στο μυαλό στοχεύει. Μην κοιτάς λοξά, άκου και όχι εμένα, αυτό που σου φωνάζουν αιώνες οι φουκαράδες οι παλμοί.
Θα ξεψυχήσεις μονάχα επειδή την άφησες να φύγει.

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Στου τέλους τον χρόνο στέκομαι ξοδεύοντας άμμο από την κλεψύδρα στα χέρια μου. Δεν κοιτώ εμπρός μου! είπε πως εδώ θα φανεί, δεν δήλωσε τον τρόπο όμως και φαντάζομαι πολλά και μου λείπουν άλλα τόσα. Φωτογραφίες και χαμόγελα που δεν χόρτασαν φιλιά και ματιές. Αρκετό ήταν θα ψιθυρίζει μια ζωή και εμπρός δεν θα κοιτά, παρά μέσα στην ψυχή της, αν της κόστισαν δυο αράδες όσα συλλογίστηκε. Σου βρήκα δικαιολογία, σου στόλισα λουλούδια, ξοδεύοντας άμμο από την ακτή σου, μα το βλέμμα στραμμένο σε πελάγη και ουρανό που θα ήθελα τον ήλιο να κρύβουν.
Σώθηκαν τα δάκρυα, αλλά ο χρόνος δεν σκέφτηκε πως έχεις απομείνει  με αλμύρα στα μαλλιά, την γεύση του να έχεις.

Υπνοβατείς, ξέρεις την διαδρομή να φτάσεις στο φιλί. Δικαιολογίες στο ξημέρωμα στέκεσαι και λες, μπας και αλλάξει ο τρόπος που σε κοιτά ο ήλιος. Παραμιλάς, ξέρεις τα λόγια σου απέξω και ανακατωτά. Λέξεις στον μορφέα κάθεσαι και λες, μπας και αλλάξει τον τρόπο που σου κάνει τις χάρες. Τελειώνει η γραμμή, επιστροφή στην πορεία του ονείρου, δίχως να συνειδητοποιείς, πως ο ίδιος συμμετέχεις ενεργά.
Φιλί να ξεκουραστείς και όσα είδες, ευχές, όσα άκουσες, τάματα μιας ψυχής.

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Περασμένα μεγαλεία

Σκέφτεσαι πως δεν στεριώνεις πουθενά και πως το μαύρο σε περιτριγυρίζει. Δάκρυ, να σπάσει την σιωπή κι ας άνοιξες μόλις τα μάτια. Πάνω σε σεντόνια έχεις ζωγραφίσει το μονοπάτι που θέλησες ο μορφέας να μην αγγίξει και το σώμα να κυλάς. Ξέρεις, μα πότε είχες πραγματικά την επιλογή, όταν η ευχή δεν προλαβαίνει να ειπωθεί;
Στέκεσαι και ο χρόνος σε προσπερνά, κοιτάς σαν από κάπου να σου θυμίζει πρόσωπα που τον μοιραζόσουν. Σε βεράντα που γράφει ονόματα και σε τραπεζάκι που δεν ακούμπησε κανείς τον καφέ του, προσφέρεις πρωινό με θέα.
Θα σου ζητήσουν συγνώμη, είχε αξία, είχε σημασία, τότε.

Ένα τσιγάρο αφημένο να καίει στάχτες όχι σε χείλη, αλλά στα δάχτυλα. Χάζεψες στην εικόνα και σκόνταψες, λίγο πρίν την άκρη. Ξυπνάς; σήκω, πρέπει σε πέντε λεπτά να είμαι εκεί, στην ανάσα σου απίκο. Δυο σταγόνες νερό δεν λέει και ετούτος ο ουρανός να ρίξει, να αλλάξει το τοπίο, όχι την μορφή σου στα μάτια μου. Έχεις ερωτήματα; και ποιος σε ρώτησε; λάθος επιλογή. Άδειο το πακέτο, όχι στο τραπέζι, στην ψυχή σου.
Μια παύση ξεχασμένη, να σωπαίνει την φωνή σου στο μυαλό, γιατί ο μορφέας θα αλλάξει το λογοπαίγνιο.
Μια τζούρα, μια ρουφηξιά, μια εισπνοή και θα σταματήσει η ροή των σκέψεων.
Εγώ ζήτησα, εσύ έταξες!

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Όλη σου η ζωή μια προσευχή και διάσπαρτοι διάλογοι. Φιάσκο χαρακτηρίστηκε το παρελθόν σου και πιάνεσαι μονάχα στο παρόν σου. Όλη σου η ζωή ένα ψέμα; ψεγάδια πολλά, μα για αυτό και τόσο πιστευτό. Στην ψυχή σου έβαλες το φεγγάρι, στην καρδιά σου παλμούς θάλασσας. Σου ταίριαζε ανέκαθεν η μοναξιά, να ακουμπάς ακτές, αλλά να σε φωτίζει μόνο ό,τι πιο μακρινό και απόμακρο.
Όσα φιλιά κάηκαν, σε ζέσταναν, όσες αγκαλιές έδωσες, τις ένιωσες.
Εικόνες, πράγματα δικά σου, κεκτημένα. Θα με κοιτάς; θα σου μιλώ. Θα σε χαζεύω; θα ξεκινάς ταξίδια.
Το ξέρεις, μια ζωή θα σε αγγίζω.

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Nα σου πω δυο λογάκια, κάτσε μια στιγμή. Να βάλω ένα ποτό να υπάρχει; θα χρειαστείς κάτι να δροσίσεις τα χείλη σου, θα θελήσεις φιλιά και εγώ στέρεψα η δόλια. Περασμένα μεγαλεία, δυο τύποι αραχτοί και η ζωή να ζηλεύει που δεν την δασκάλεψε κανείς να λέει ψέματα. Υπάρχω, βλέπω την σκιά μου κι αυτό, γιατί έχω γυρισμένη την πλάτη μου στον ήλιο, ένα σημάδι του γυρεύω.
Να σε φιλέψω, να σε περιποιηθώ, καλή οικοδέσποινα θα πεις, δεν προσβάλει ποτέ, όχι δεν θα ακούσεις από αυτήν. Η πόρτα άνοιξε, η πόρτα κλείνει, χαμόγελο και πρόσκληση δεν ξαναγίνηκε.
Θα μου μιλήσεις; στο ίδιο σκηνικό γυρνάς και ξέρεις πως δεν υπάρχουν επιλογές.
Πιες μια γουλιά, ακόμη περιμένω!

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

Σκληρός ο κόσμος. Απομεινάρια από μεθύστακες να αγνοούν μέρα και νύχτα και μυρίζεις αλκοόλ ως τα σπλάχνα σου, σαν περνάς. Θόρυβοι, αποξενωμένα κορμιά και επαίτης στο φανάρι σου. Ζω; απρογραμμάτιστος έλεγχος και δεν έχω πάνω μου άδεια και τον αριθμό σου. Μου είχες πει , ό,τι χρειαστώ, εσένα να καλέσω και όμως κάπου το άφησα. Ποινές, σε μοναχικά σεντόνια, προσευχή υπό φως φεγγαριού και η μουσική έφτασε ως το πέλαγος.
Σκληρός ο κόσμος, κοιμάμαι πάνω σε ψεγάδια και σε ψυχές ονείρων.
Τα μάτια θα κλείσω, άλλο να μην δω. Ο μορφέας όμως ξέρει, θα φέρει και θα πάρει όσα πρέπει.
Μέρος από το σκηνικό, ο απλός λαουτζίκος και δυο φιλιά.

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

Χορεύτρια

Θα στο πω, δεν έχεις καμιά ελπίδα μαζί του. Ξέρω, κάθεται πάντα δίπλα σου στις ακρογιαλιές, πιάνεται από το γέλιο σου και χαμογελά, μα δεν σου μιλά. Δεν μπορείς να σκορπάς χρόνο και μια ψυχή, λουλούδι δεν είσαι, δεν θα έχεις την ευκαιρία, να γίνεις καρπός, το άνθος κάποιας άλλης εποχής.
Ήλιος στα μαλλιά σου, τον έχει ζηλέψει τόσες φορές, ναι το ξέρω, και πάντα πιάνει τις άκρες τους, να κρατήσει μονάχα την αίσθησή τους προσπαθεί και τίποτε παραπάνω.
Ορκίζομαι πάνω σε τούτο το φεγγάρι, μόνο σε αυτό, πως όταν έρθει στην αγκαλιά σου, θα στο ομολογήσει, αλλά δώσε φιλί, αυτό μόνο ξέρεις.
Θα στο πω, οι σκέψεις μπερδεύτηκαν και ό,τι κι αν σου ψιθυρίσουν εσύ ξέρεις το κουβάρι τους.

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

Ο ουρανός έχει αξία με τα χρώματα, τα πολλά, με τα σύννεφα που περνούν και τον χαϊδεύουν. Εσύ να κοιτάς, να χαζεύεις. Έχει σημασία, το πως τον φιλούν, πως αφήνουν φιλοδώρημα στο τραπέζι. Κέρμα στην σχισμή και οι εικόνες θα κάνουν τον κύκλο τους. Κρυώνει η ατμόσφαιρα καθώς χάνεται ο ήλιος, κάτι θα σου θυμίσει, αλλά εσύ εκεί, να κοιτάς, πως αλλάζουν όλα σε μια στιγμή, από μια απουσία. Μόνο έτσι μαθαίνεις, μόνο έτσι θα τα δεις. Κάτι πρέπει να απαρνηθείς, κάτι πρέπει να αγκαλιάσεις και εσύ θα έχεις να χαζεύεις.
Ο ουρανός έχει όνομα μόνο όταν τον περιγράψεις, με τα πολλά και τα περίεργα, με αυτά που σου έχουν διηγηθεί πως έχουν δει και εσύ απλά φαντάζεσαι πως κάποια μέρα θα έχεις να λες.
Αυτό που αναπνέεις, αυτό που ζεις, αυτό που νιώθεις και ξέρεις, εσύ.

Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

Διάγνωση

Διαστροφικό να είσαι εκεί, σε κάτι τόσο μικρό, τόσο περιορισμένο και εσύ να αναπνέεις, να βλέπεις ορίζοντες. Εσύ, κάτι ξέρεις και δεν μιλάς, ως συνήθως θα πράξεις ανάλογα. Δικαιολογούμαι σε όλα ή έτσι φαίνεται τουλάχιστον, να γλυτώσω από τα διαδικαστικά και να φτάσουμε στο προκείμενο, την συμφωνία. Εξήγησέ μου, το πρωτοφανές και συνάμα γοητευτικό θέαμα, σκοτάδι και φως στην αγκαλιά σου. Μόνο έτσι θα ξεχώριζε, είναι απλό.
Παράταιρο να είσαι εκεί, σε κάτι άπιαστο και όμως υπαρκτό σε λογική τρελού. Εσύ, θα μιλήσεις; θα δηλώσεις παρών; διάλεξα τον τόπο, σίγουρα είναι μια υπόδειξη, αλλά όχι η πορεία μου.
Αξιοθαύμαστο να είναι ακόμη εκεί, σε κάτι τόσο ανέφικτο, τόσο μικρό και εκείνος να αναπνέει, να βλέπει τέλος.

Παρακαλετά μεσοβδομαδιάτικα για να σου αποσπάσουν την προσοχή. Μα εγώ κοιτάζω εμπρός μου, μα εγώ θέλω αυτή την ματιά. Ουρανός μέσα σε χρώματα οριοθετημένος και θα προσδιορίσεις μόνο τα σύννεφα αν θα σε ακολουθήσουν, όχι εκείνος. Φιλί στα χείλη για να σε διχάσουν. Μα εγώ αγγίζω την ψυχή, μα εσύ θέλεις εκείνην να προστάζεις.
Στην παρτιτούρα μου, μουτζούρα, στην φωνή μου μια ρωγμή και δεν βγήκε η φωνή, δεν έσταξε το δάκρυ στην παλάμη σου.
Μέσα σε αγκαλιά που δεν αφήνει να φύγει η ένταση, μέσα σε δαύτην κρύφτηκα αιώνες να κοιτώ.
Ξέρεις τόσα, ελπίζω σε αυτό!

Αίσθηση

Ένα όνειρο ζωγραφισμένο πάνω σε χείλη και ο ήλιος έσκασε μύτη, την πιο ακατάλληλη στιγμή. Ήταν την ώρα που άγγιζα, που θέλησα να νιώσω την υφή τους και δεν ήμουν εκεί. Μια στάλα χρώματα σε παράλληλη σειρά, ενώ πριν δευτερόλεπτα υπήρχε μόνο γκρίζο. Ακόμα βρέχει, ακόμα νιώθω την υγρασία και όμως είμαι έξω, να γίνομαι μια κουκίδα στον ουρανό. Διαλέγεις και εγώ υπακούω. Αναπνέω και είσαι εκεί.
Όποιος τολμήσει, θα πρέπει να ξέρει αν αντέχει, όποιος σωπάσει, θα πρέπει να ξέρει να πονά.
Παρούσα σε μια εικόνα που όμοιά της δεν έχεις δει ποτέ πριν. Παρών σε ό,τι είχες πείσει τον εαυτό σου, πως δεν υπήρχε για σένα.
Ήλιος, τον μισείς την ώρα που σε ξυπνά, αλλά είναι και αυτός που σε αγκαλιάζει με θέρμη.

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Παραγγελιά

Αρκεί να έχεις θέα στην θάλασσα, να φαίνονται στο βάθος βουνά και στο άπειρο η στεριά, όπως την έχεις φανταστεί. Γυροβολιές στο μπαλκόνι, αεράκι ίσα ίσα να αντέχεις με το κοντομάνικο και βρήκες το κουράγιο να καθίσεις στο μαρμάρινο πρεβάζι. Φουμάρεις και ξεφυσάς, ο αέρας να παίρνει, ο αέρας να σε κρατά. Τσιγάρο είχες να κάνεις τόσο καιρό κι όμως το ζήτησες, είναι σιωπηλός, δεν θα κρατήσει πολύ και δεν θα θυμάσαι πως λύγισες, ήταν ένα μονάχα, δεν μετρά. Παράταση για να μείνεις έξω απλά ζήταγες, παράταση για να αναπνεύσεις. Έλα μην γελάς, δεν αστειεύομαι, όσο κρατούσα στα χέρια μου χαρτάκι και καπνό, θυμήθηκα, νοστάλγησα και δεν ένιωσα, δεν πόνεσα, αφέθηκα.
Το να μπορέσεις να πεις "σ'αγαπώ" δεν είναι δύσκολο, το να κρατήσεις όμως μια ψυχή, όνειρο!

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Φυγάδες

Προδομένοι και σωσμένοι, ίδιοι. Μετράς τα οστά τους, ομοιότητα κι όμως θα τα ξεχωρίσεις και θα τα θάψεις πλάι πλάι και θα έχεις το σημείο αναφοράς σου για έτη πολλά. Θα διαλέξεις άνθη, θα στολίσεις φωτογραφίες και ενθύμια, όχι επειδή θα τα δουν, απλά εσύ να μην ξεχάσεις, γιατί τάχθηκες υπέρ τους.
Μια ανάσα σου ξέφυγε και σηκώθηκε σκόνη από τους ώμους σου, το ίδιο μαύρο, η ίδια φυγή.
Ξεχασμένοι νοσταλγοί του ποθητού και του ευλαβούς αποτελέσματος, απόστολοι σταυρού, αλλά εσύ κάθεσαι και μετράς ώρα, λεπτά, μέρες για να έχεις να σημειώνεις απομνημονεύματα για τους μελλοντικούς απογόνους, που ανάθεμα αν το βρουν ποτέ, αν το ξεφυλλίσουν, αν κατανοήσουν τις σκέψεις σου.
Σε ξέρω, σε αναγνωρίζω, είμαι δίπλα σου. Ομοιότητες πολλές, αλλά ό,τι κι αν σου πω, εσύ θα συνεχίζεις να έρχεσαι και να διαπραγματεύεσαι το πόρισμα.

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

Οι λεγεώνες του Λοχ Νες


Μια φορά κι έναν καιρό, όπως ξεκινούν όλα τα παραμύθια, σε έναν μακρινό τόπο υπήρχε ένα τέρας, μην ρωτάς πολλά τώρα, έτσι το αποκαλούσαν όσοι έλεγαν πως το είχαν δει, το τέρας του Λοχ Νες. Όντως είχε τρομακτική μορφή, πελώριο σαν βουνό , πράσινο και γλοιώδες σαν σαύρα, αλλά με δυο μάτια που σαν τα κοίταζες γαλήνευε η ψυχή σου και αυτό γιατί το τέρας ήταν άγγελος πριν. 

-Πως έγινε αυτό; 
-Να κλείσεις τα μάτια σου και  θα σου διηγηθώ την ιστορία του.

Πριν πολλά χρόνια σε ένα χωριό που ανθρώπου  νους δεν μπορούσε να φανταστεί πως υπάρχει, όλοι οι κάτοικοι ήταν ευτυχισμένοι και ζούσαν ειρηνικά για πολλούς αιώνες. Όλοι οι χωρικοί είχαν δουλειές , οικογένεια και χρόνο για να απολαμβάνουν την φύση. Οι εποχές περνούσαν και όλα έμοιαζαν όπως πάντα. Μόνο χαμόγελο θα έβλεπες στα πρόσωπά τους. Το ξέρω δεν συνηθίζεται κάτι τέτοιο στις μέρες μας, αλλά αυτό το χωριό είχε ως προστάτες τις λεγεώνες του  Λοχ Νες.

-Μα έτσι δεν έλεγαν το τέρας;
-Ναι  και θα καταλάβεις παρακάτω το γιατί.

Οι λεγεώνες ήταν άγγελοι, που φυλούσαν το τελευταίο χωριό, όπου ζούσαν άνθρωποι που δεν είχαν έρθει ποτέ αντιμέτωποι με το κακό. Το σκέπαζαν με χιόνι τον χειμώνα, το φθινόπωρο με φύλλα από τα δέντρα, την άνοιξη με άνθη και το καλοκαίρι με το φως του ήλιου. Έτσι δεν μπορούσε ποτέ να τους βρει ο δαίμονας.
Οι άνθρωποι σε αυτό το χωριό γνώριζαν πολύ καλά πως υπήρχαν οι λεγεώνες, γιατί  ο βασιλιάς τους ήταν ένας από αυτούς. Ψηλός ξανθός  με χρυσοκέντητα φτερά.
Τα χρόνια περνούσαν, οι εποχές άλλαζαν, αλλά το κακό πάντα παραμόνευε. Ερχόταν συνέχεια νέα από τον έξω κόσμο πως το κακό θέριευε και απλωνόταν στις γύρω περιοχές και αυτό γιατί οι άνθρωποι ήθελαν περισσότερα πλούτη, περισσότερα αγαθά από όσα τους πρόσφερε η φύση και έτσι ο δαίμονας τους τα πρόσφερε απλόχερα, με αντάλλαγμα τις ψυχές τους.
Ο βασιλιάς μας ανησυχούσε, αλλά πάντα είχε τις λεγεώνες να φυλούν τα σύνορα του χωριού και πάντα με σύνεση, ώσπου οι εποχές άλλαξαν.
Μα πως έγινε αυτό; Τι απέγιναν οι λεγεώνες;
Όσο το κακό μεγάλωνε στις κοντινές περιοχές, οι λεγεώνες του Λοχ Νες αναγκάστηκαν να φύγουν για να πολεμήσουν με τον δαίμονα, θεωρώντας πως έτσι θα τον απομάκρυναν και θα έσωζαν και άλλες ψυχές. Πολεμούσαν νύχτα μέρα, αλλά η κούραση ήταν τόσο μεγάλη που σαν ήρθε εκείνος ο χειμώνας, χιόνι δεν σκέπασε το χωριό και το κακό μπόρεσε και βρήκε από πού προέρχονταν τα ίχνη μιας λεγεώνας, το χωριό μας.
Ο δαίμονας αμέσως έστειλε αγγελιοφόρους και μαχητές. Ο βασιλιάς  αντιλήφτηκε την παρουσία τους, αλλά ήταν μόνος του πια. Οι λεγεώνες μάχονταν στις γύρω περιοχές.
Τι μπορούσε να κάνει για να σώσει το μοναδικό χωριό που είχε μείνει αγνό;  Οι άγγελοι έχουν τόσες δυνάμεις που μπορούν να μεταμορφωθούν σε ό,τι βάλει ο νους  σου, αλλά μονάχα για μια φορά και είχε να αντιμετωπίσει τόσα δαιμόνια!
Το χωριό περιβαλλόταν από βουνά, ήταν τόσο εύκολο να τους επιτεθούν και μέσα σε λίγα λεπτά να χαθούν όλοι οι κάτοικοι. Αν και έμοιαζε ο χρόνος να τελειώνει, ο βασιλιάς προσευχήθηκε στον θεό και ευχήθηκε να βρέξει, οι άνθρωποι να γίνουν ψάρια και ο ίδιος  τέρας για να παλέψει ενάντια στο κακό.
Όντως ο ουρανός συννέφιασε  και ξεκίνησε καταιγίδα. Το χωριό μιας που ήταν σε πεδιάδα, δεν άργησε τα πρώτα σπίτια να σκεπάζονται από το νερό και όποιον ακούμπαγε να μεταμορφώνεται σε ψάρι. Οι δαίμονες σαν μεγάλα αρπακτικά, έπεφταν από τις κορυφές των βουνών, αλλά ο βασιλιάς πεταγόταν μέσα από τα κύματα και τους έπαιρνε μαζί του στον βυθό και τους έπνιγε. Η μάχη διήρκησε μερόνυχτα με τον βασιλιά να μην κοιμάται ούτε για μια στιγμή, πως μπορούσε άλλωστε, οι δαίμονες όλο και πλήθαιναν, διψούσαν για νέες ψυχές. Έβρεχε για αιώνες ώσπου ήρθε η μέρα που οι ουρανοί άνοιξαν. Επικρατούσε μια εκκωφαντική σιγή. Δεν υπήρχε κανείς , παρά μόνο μια λίμνη στο κέντρο του τοπίου. Οι λεγεώνες είχαν επιστρέψει πια, το κακό είχε αποδεκατιστεί, γιατί ο βασιλιάς, το τέρας  είχε αφανίσει όλους τους δαίμονες, κάτω από την επιφάνεια του νερού.
Μάταια τον φώναζαν να φανερωθεί, μα πώς να αντικρίσει τις λεγεώνες; Μετά από τόσο καιρό, ο βασιλιάς έμοιαζε να είχε πάρει την μορφή των δαιμόνων για να μην τον αντιλαμβάνονται εύκολα και να μπορεί να τους αιφνιδιάζει.
Ακούστηκε μόνο μια φωνή, να προσεύχεται και να ευχαριστεί τον θεό που σώθηκαν οι ψυχές των χωρικών. Οι λεγεώνες υποκλίθηκαν και πέταξαν ως τις κορυφές των βουνών για να φυλούν για πάντα το χωριό του Λοχ Νες.

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Μυστικό

Ξέρεις να κρατάς μυστικό; να ακούς και να τα λες σε φαράγγι να ηχεί και να γυρίζουν πίσω σε σένα οι λέξεις; κάτσε εδώ δίπλα μου και μην μιλάς θα έρθουν όλα όσα θες να ξέρεις και θα σε βρουν και θα σου  τα πουν όλα απέξω κι ανακατωτά. Παπαγαλία, αφού και στον ύπνο τους παραμιλούν τα ίδια και τα ίδια ξανά, οι παραστασεις δεν αλλάζουν ποτέ. Κάνε υπομονή δυο λεπτά και θα τα δεις όλα, όσα κρατώ στα χέρια κι όσα έφερες από ταξίδι μακρινό. Κάτσε ήσυχα μια στιγμή και θα φανερωθούν όλα για όσα ήρθες και με βρήκες, όλα για όσα πρότρεξες και άνοιξες το στόμα σου, φλυαρώντας για φαντάσματα και στοιχειά.
Μια βαθιά ανάσα και αρχίζει το θέαμα, είμαι απλά εδώ.

Ύπαρξη

Πειράζει που θέλω να ντυθώ χειμώνας κι ας πλησίασε το καλοκαίρι; να κρυφτώ μέσα σε ένα παλτό και να περπατήσω πλάι σε μια παραλία. Σε ενοχλεί αν σου πω πως κρυώνω και ψαχουλέψω στην αγκαλιά σου  να βρώ σπίρτα για να ανάψω κεριά; να ταξιδέψω κι ας κάθομαι δίπλα σου. Κουβάρι τα ρούχα πάνω στο κρεβάτι, μια χαρά δικαιολογία για να μην κοιμάσαι, να μην συγυρίζεις για να τριγυρνάς σαν τον λέτσο, με το ίδιο σχισμένο τζιν, είναι της μόδας θα πεις χαμογελαστά και θα ανάψεις έναν ακόμη καπνό.
Πειράζει που θέλω να βρέξει για ώρες κι ας μου ζητάς εδώ και μέρες να ξαπλώσουμε σε αμμουδιά; γιατί επιμένεις; εγώ ζούσα στον βόρειο πόλο, εγώ δεν ζούσα σε στεριά. Επιθυμώ χειμώνας να είναι η εποχή μου μια ζωή, έτσι ονειρεύεται κανείς την άνοιξη, τα χρώματα, τα αρώματα και γεύεται πιο έντονα τις σκιές!

Παραμύθι

Τα μαλλιά της έλουζαν αιώνες και την μορφή της μονάχα μέσα από δάκρυα βροχής μπορούσες να την δεις. Τοπίο συννεφιασμένο τα μέρη που μεγάλωσε και εκεί θα την βρεις, αλλά να ξέρεις πως θα είναι μοιραίο να την αναζητήσεις. Παραμύθι κοίτα να της πεις και να είσαι ευσεβής, αν την τρομάξεις, αν θεωρήσεις πως είναι πιο εύθραυστη και από την στιγμή της αυγής, θα χάσεις το βιός σου.
Τα μάτια της θάλασσες απέραντες και το κορμί της μονάχα μέσα από σύννεφα μπορούσες να το αγγίξεις. Φεγγάρι βρες και τάξε, τέτοιο που παρόμοιο να μην έχει ξαναδεί. Αστέρι βρες και φύλαξε, μα να φέγγει τόσο όσο ένα διαμάντι, τόσο ώστε να το θελήσει για στολίδι της στον δικό της ουρανό.
Την θλίψη της κρατούσε μια ψυχή και μόνο όταν ακούμπαγε την υγρή άμμο ξεδίψαγε ο νους της.
Αυτά ξέρω να σου πω για δαύτην, μα μόνο μια παράκληση, μην την καταραστείς, μην την ζηλέψεις, επειδή δεν θα την αισθανθείς.