Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Ευχή

Μοιάζει να μην σταματούν οι σκέψεις, τα όνειρα. Σειρά οι μυρωδιές, τα αρώματα και με σύνεση περιμένεις να φτάσεις πρώτος στο ταμείο και να πεις την παραγγελιά σου "μια καρδιά από μένα και μια αγκαλιά για την δεσποινίδα δίπλα μου". Τα ετοίμασαν, τα δώρισες και σε νύσταξε το όνειρο.
Όποιος κρύβεται πίσω από την πόρτα, κρυφοκοιτάζει και αδημονείς να φανεί. Σειρά τα λαμπιόνια, τα στολίδια από γυαλί και επίμονα τα κοιτάς, λες και θα ζωντανέψουν και θα σου πουν " εγώ για σένα φτιάχτηκα και στήθηκα σε τούτο το κλαδί, να είμαι ό,τι πιο όμορφο έχεις δει". Στα τύλιξαν, τα δώρισες κ αι σε νύσταξε η προσμονή.
Ελπίδα, κάποια στιγμή θα σε βαρεθεί, κάποια στιγμή το μαύρο δεν θα είναι κάλυψη. Όνειρο, κάποια στιγμή θα ζωντανέψει, κάποια στιγμή θα ξυπνήσεις και θα είναι εκεί.
Σταμάτησαν οι σκέψεις και οι ευχές, ανάσα, η μορφή σου , εικόνα!

Video Game

Σου είπα ευχές και έγειρα στο πλευρό σου, να κλέψω για λίγο αυτή την σκέψη και να την προσφέρω στον μορφέα. Δεν πρόσμενε κάτι τέτοιο και χάθηκε για μια στιγμή στο όνειρό του. Ήρθε το επόμενο βράδυ και μου το αφηγήθηκε ακριβώς όπως έγινε, στην φαντασία του. Έγειρες στην αγκαλιά μου, να κλέψεις την λάμψη του, να μου την προσφέρεις όνειρο. Δεν πρόσμενα τέτοιο δώρο και αφέθηκα σε δικές σου εικόνες για χειμώνα και φιλί.
Όμορφες οι ματιές σου, τα αγγίγματά σου, στα έκλεψα και έτρεξα μακριά. Θα με κυνηγήσεις, θα κουραστείς και θα σε ξαφνιάσω προσφέροντάς σου νερό και φιλί.
Σου έγραψα ευχές και τις άφησα στο πλάι σου, θα ζητιανέψω,  θα ικετεύσω και ο μορφέας θα γίνει σύμμαχος, γιατί του προσδιόρισα την μορφή σου και χαμογέλασε πριν αποκοιμηθεί.
Αυτή την εικόνα είχα στο μυαλό και την ζωγράφισα, την σχεδίασα, την στόλισα και περιμένει τα δικά σου χέρια για να ζωντανέψει.
Θα πατήσεις το κουμπί, θα πιάσεις το πληκτρολόγιο και εγώ θα είμαι στο πλευρό σου.

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Απομνημονεύματα

Τον έρωτα τον λένε επιπόλαιο και αφελή, μα το ήξερες μάτια μου όμως, πως αυτός κρατά την αγάπη και την δένει αιώνια σε μια αγκαλιά; αυτόν έχει να αναπολεί και κρατά το χέρι πιο σφιχτά από πριν, κοιτάζει πιο βαθιά στα μάτια και γαληνεύει στα δύσκολα.
Λένε πως σαν χωρίσουν " σαν και μένα δεν θα βρεις!", " σαν την δικιά μας αγάπη πουθενά", μα κάθε ψυχή μοναδική, πως να τα ταιριάξει τόσο με μιαν άλλην, πως να την θυμίζει, μόνο λίγο θα θαρρείς πως της μοιάζει, αλλά θα είναι άλλη αγάπη, άλλο πρόσωπο και ψυχή.
Τον έρωτα τον αποκαλούν τυφλό, πως θολώνει, μα το ήξερες μάτια μου, πως αυτός κρατά την αγάπη και δεν την αφήνει να λησμονεί; ένα φιλί θα της θυμίσει, λεπτομέρειες από την μέρα εκείνη που δόθηκαν στην στιγμή και τα χέρια θα κρατηθούν πιο σφιχτά από πρίν.
Περνά ο καιρός και λένε πως ξεφτίζει, πως μοιάζει στα μάτια σαν παιδί, που μόνο παιχνίδι ήθελε και χάδι, μα αυτό είναι που φέρνει στα χείλη το φιλί, αυτό που γκρινιάζει και πεισμώνει και όλο ζητά θέρμη και παρουσίες δυο, στο τέλος μιας μέρας.
Η αγάπη τι θαρρείς πως είναι! ένα μωρό που θρέφεται και μεγαλώνει από έρωτα, από την ανάγκη μιας ψυχής αλλιώτικης δίπλα στο προσκέφαλό του.
Με λες επιπόλαιη και αφελή, μα το ήξερες μάτια μου πως εσύ με κρατάς και με δένεις αιώνια σε μια αγκαλιά;!

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Ψεγάδι

Ψεγάδι στον κόσμο σου το χαμόγελο, κανείς δεν ξέρει να πει αν είναι αληθινό, αν σπάει. Ψεγάδι και το δάκρυ, κανείς δεν  γνωρίζει αν είναι νερό ή δροσιά από του  φεγγαριού την όψη. Ζωγραφίζεις, πλέκεις εγκώμια και όταν ξένος φανεί, σκοτάδι στο πέρασμά του για να φυλαχτεί ετούτο το τοπίο, από όσα δεν θα καταλάβει κανείς.
Ρωγμή στον χρόνο και πρόβαλε χάρτης, νησί και μια βάρκα μοιάζει να είναι το μόνο μέσω. Ρωγμή και στο κουπί σου, αβοήθητη μα δεν ξέχασες να βουτάς και τελικά υπήρξε αφορμή η μοναξιά για να θυμηθείς πως το στοιχείο σου είναι το ύδωρ, όχι η στεριά.
Ποτέ δεν γύρισε κι ας ήξερε που να σε βρει. Δεν γύρισε, γιατί δεν ήξερε πως να βρει το χαμόγελό σου, δεν ήξερε να κρύψει το δάκρυ σου στο φως της μέρας.
Ψεγάδι στον κόσμο σου οι μορφές, κανείς δεν ξέρει αν το δεσπόζουν ψυχές, αν αναπνέει. Ψεγάδι και το φιλί, όποιος το ένιωσε, δεν το μαρτυρά.

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Άνθρωπος και Θεός

Μια φορά το όνομά μου να έλεγες και μια την προσευχή μου και εγώ θα σώπαινα ήχους αιώνων να μείνει μονάχα η μελωδία και αυτή στα χείλη, όχι στον νου, να νιώθω. Ευλογία, η ύπαρξή σου και εσύ δεν το γνώριζες. Κομμάτια ενωμένα από πληγές και βλέπεις ομορφιά, βλέπεις χάρη Θεού.
Μια φορά το όνομά σου να έλεγα και μια την προσευχή σου να άκουγα και εσύ δεν θα κοίταγες, θα ένιωθες μόνο την ψυχή μου στο πλάι σου να καρτερεί τους αιώνες που γερνούν στο διάβα σου.
Θα ήμουν φτωχός, ρακένδυτος, θα  ήσουν φωτιά σε φλόγα και δεν θα παρατηρούσε κανείς το δαχτυλίδι στα χέρια μου, την κάψα σου στην ματιά σου.
Μια φορά να σε άγγιζα και μια να ζητούσες να νιώσω την υφή σου στην αγκαλιά της αυγής.
Να σε ξέρουν τόσοι,  μα μόνο εγώ να μιλώ για εσένα.
Κάνω την προσευχή μου, όπως μου έμαθε η γιαγιά μου και σε φιλώ, μια σε σώμα, μια σε ψυχή.

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Zωγραφιά

Zωγραφιά πάνω στο χέρι σου, γυρίζεις τον καρπό και συνεχίζει στις φλέβες σου, ως τον λαιμό. Σε έπρηξαν πως κουσούρι θα σου άφηνε και θα σε στιγμάτιζε, μα από τούτο σε ξεχωρίζουν. Γυρίζεις πλευρό και αυτό ανθίζει από τα δάκρυά σου και η αγάπη σου παίρνει μορφή.
Σε είπαν ξένο, από μέρη αλλιώτικα, μα εσύ δεν δήλωσες ποτέ πως ήσουν από κάπου αλλού. Γνωρίζεις ρίζες και καταγωγή, ονόματα και ήθη. Την κοίταξες λες και δεν την είχες ξαναδεί και θυμήθηκες την στιγμή που απόφαση πήρες να την κρατήσεις πάνω σου. Ξεκίνησες το σχέδιο και εκείνη σε χάζευε, έδινε πινελιές και όνειρα.
Ήταν, είναι όσα θα έψαχνες και όσο ο κόσμος θα γύριζε, αυτή θα ήταν εκεί κι ας μην το γνώριζε, θα σε ξεχώριζε από όλο τον ντουνιά.
Σε συζητούν ακόμη και σήμερα. Μύθος ή αλήθεια δεν ξέρω να σου πω, γιατί ακόμη και εγώ ο ίδιος σε  μελετώ και σε προσκαλώ στα μέρη μου να φανείς μια φορά.
Ζωγραφιά πάνω στο χέρι σου, γυρίζεις τον καρπό  και συνεχίζει στην ψυχή σου.

Πληρότητα χρόνου

Πληρότητα χρόνου με κενά μνήμης και όλοι περιμένουν από εσένα τον λόγο τον σωστό, τον λόγο τον μεστό. Ξεφυλλίζεις σελίδες, προσπερνάς σημεία και όμως σταματάς σε ίδιο γνώριμο μοτίβο " υγεία" και χαμογελάς προς μια οντότητα που όσο κι αν θες να το αποφύγεις, τα βλέμματα θα ανταμωθούν και θα χαμογελάσουν.
Είχα δίκιο, ξέρεις, και ας μην στο είχα πει. Εδώ θα συναντιόμαστε κάθε χρόνο για τις ευχές και θα ανταλλάσουμε φιλιά, με φώτα σβηστά, με κεριά  και δυο χέρια που θα είναι αρκετά για να αλλάξει ο κόσμος, να αλλάξει ο χρόνος.
Ευχόσουν όλα να τελείωναν απόψε; ευχόσουν να ήταν αυτή η τελευταία σου ηδονή και εικόνα για την αιωνιότητα; δεν σε έχω χορτάσει και όσο ορίζω τον ουρανό που κοιτάζεις, εδώ θα βρισκόμαστε για μια γουλιά ακόμη.
Πληρότητα χρόνου με κενά μνήμης. Θύμισέ μου όνομα και αριθμό του χρόνου,την ίδια μέρα, να είσαι σίγουρος, πως θα σε προλάβω και θα πω τον λόγο τον σωστό, τον λόγο τον μεστό και θα χαμογελάσεις.

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Ποιητικός λόγος

Τόλμησα να σκεφτώ ζωή δίχως εσένα και πάλι όμως μια σκηνή ζωντάνευε, η στιγμή που κάπου θα σε συναντούσα πάλι, η στιγμή που θα έπιανα το βλέμμα σου τοσο έντονο πάνω μου, σαν να έβλεπες άγγελο, ψυχή. Παρουσία, έτσι απλά κι ας μην υπήρχε κόσμος αύριο, κι ας αποκαλούσα τον εαυτό μου παράφρων επιστήμονα, η υποψία του εγώ σου, θα επικρατούσε όλης της λογικής και θα θέσπιζε ορίζοντα και σύμπαν, να υποκλίνονται μόνο σε σένα.
Τόλμησα να αποδεχτώ ζωή χωρίς εσένα και πάλι όμως μια εικόνα θέριευε μέσα στην σκέψη, σενάριο πέρα από κάθε φαντασία και όμως πάλι θα σε ένιωθα, τόσο έντονα μέσα μου, σαν πόνο, σαν ηδονή, σαν ψυχή.
Δεν σου φτιάχνω φωτοστέφανο, σε πλέκω και σε υφαίνω, όπως σε θωρώ, όπως με κοιτάς και υπάρχεις.
Ποιητικός  λόγος και άμα κοιτάξω ουρανό, δεν θα δω ήλιο μα φως, ένα στεφάνι να περιβάλει το φεγγάρι και τα σύννεφα να είναι σκιές. Έτσι απλά λύνονται όλες οι απορίες, έτσι λιτά άφησα φιλί στα χείλη σου και όποιος μορφέας σε βρει, θα σε αποκαλεί δικό του παιδί.

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Ανατροπή

Περιπλάνηση σε ώρα μη αναμενόμενη, έξω στον ήλιο. Χωρίς χαμηλά φώτα και κεριά, απλά τα σκούρα γυαλιά κρύβουν το βλέμμα σου. Το απόλυτο καμουφλάζ, τοση αντίθεση μέσα στον σκοτεινό σου κόσμο, να αντανακλούν ηλιαχτίδες και η φωνή ενός παιδιού.
Περπατάς νωχελικά και ενώ μοιάζουν ώρες να περνούν, οι δείκτες χτυπούν σταματημένοι πάνω σε χρόνο συντελεσμένο. Η απόλυτη ανακούφιση το φως, σάστισες και γύρισες προς την ακτή, σαν να σε περίμενε μια φιγούρα, καθήμενη στην άμμο, με μια κούπα καφέ και γλυκό, από αυτό που τρως μια μπουκιά και αγαλλιάζει η ψυχή.
Σου το υποσχέθηκα, θα επέστρεφα, απλά δεν διευκρίνισα το πότε και το που, μου αρέσει να με εκπλήσσω και να ζω από την αντίδρασή σου.
Μη αναμενόμενο, ήσουν έξω στην μέρα και χαμογελούσες σε μένα κι ας μην μπορούσες να ξεχωρίσεις το μαύρο από το πιο μαύρο.

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Διαγωνισμός εκδόσεις Σαϊτα

Συμμετέχω με το διήγημα νούμερο 13. Ζωγραφισμένο Νόμισμα
Λήξη ψηφοφορίας 30/12/2012

http://www.saitapublications.gr/2012/12/xartonomisma.vote.html


Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Traffic jam

Γράφει, σημειώνει, μουτζουρώνει και πετά γρήγορα στο πάτωμα ό,τι του αποσπά την προσοχή. Κρατά δίπλα μου μόνο σταθερά το τασάκι και το πακέτο από τον καπνό του. Ωρα αιχμής η στιγμή που περιμένει την ιδέα να φανεί και όταν σε δει ξεχνά τα λογικά και περνά σε παράξενες μορφές. Σε κοιτάζει και σταματά αναπνοές. Πιάνει τον παλμό και τον οδηγεί στον λαιμό σου για να εκλιπαρείς να βγει στο φιλί, όχι στην πένα του.
Σκίζει, αρχειοθετεί, σκιτσάρει και αφήνει να φανούν βιαστικά τα χρώματα που χρησιμοποιεί. Ρίχνει σταγόνες από το ποτό του στον καμβά, όχι νερό και ακουμπά στα χείλη την αφή σου να αδημονεί.
Σε κοιτάζει και σταματά παλμούς. Θα σε αγγίξει και θα σε οδηγήσει στις  αισθήσεις του για να εκλιπαρείς εκεί να μείνεις, μην αφεθείς.
Έγραφε, σημείωνε, μουτζούρωνε και εσύ τα ξεπατίκωνες στο κορμί σου.

Υποσημείωση στο σημείωμα: "γνωριζόμαστε, τσέκαρέ το" και ψάχνεις, πας πιο πίσω ένα βήμα και αναφωνείς "στάσου". Ησυχία που έχει όταν λείπεις, μοιάζει να κοιμούνται όλοι, ακόμα και η ανάσα. Παράξενο φεγγάρι από ψηλά μεθοδικά κινείται, αθόρυβα και ζητά ακρόαση από την ματιά σου. Έχει ζωγραφίσει έναν ουρανό με αστέρια, ρίχνει λουλούδια στην αγκαλιά σου και ρίχνει κλεφτές ματιές πίσω από τα σύννεφα, αν τον αντιλήφθηκες.
Γυρίζεις σελίδα, ψάχνεις τα υπόλοιπα λόγια, τις σκέψεις, δεν έπρεπε να τελειώνει έτσι. Το φιλί ψάχνεις.
Δεν έλειπε η τελεία, έλειπε το άγγιγμα και όταν ξεχάστηκες στην θλίψη, ήρθε και σε πήρε αγκαλιά.


Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Περιγραφή

Θελκτικό βλέμμα πάνω σε μορφή σκιαγραφεί κινήσεις και πριμοδοτεί την σκέψη. Κινείται στα υπόγεια και αναδύει φιλί από τα αλλιώτικα. Χαϊδεμένος κορσές σε κόκκινο βελούδο εκλιπαρεί για υποχθόνιο άγγιγμα και ο επόμενος κριτής φάνηκε.
Ίδια σκηνή σε επανάληψη δεν την έχεις βαρεθεί  και θα ζητήσεις από το γκαρσόνι λογαριασμό, απλά για να ξέρεις την στιγμή που έμεινες ρέστος και φτωχός για να το απολαύσεις.
Το βρήκες σκόπιμο να αφήσεις την κάρτα σου στο τραπέζι, ανάποδα, ώστε να χρειάζεται προσπάθεια για να πάρεις όνομα και αριθμό.
Όλα είναι παρών με ημερομηνίες να τρέχουν και πλανήτες να αλλάζουν συνεχώς την ροή στην σκέψη σου.
Έχω σημειώσει ως τώρα, βλέμμα, μορφή και κοψιά, είμαστε εντάξει.

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Έρχεσαι πάντα όταν σε έχω ξεχάσει και ζω με αναμνήσεις. Ένα φιλί θα δώσεις και δεν πέρασε ο χρόνος, δεν στάθηκα μόνη, δεν ένιωσα να λιώνω στο προηγούμενο δειλινό. Σε γεύομαι και δεν υπήρξα ποτέ άλλοτε πριν.
Ο καθένας στον κόσμο του, ο ένας να παραμιλά και ο άλλος να γράφει. Ο ένας να κοιτάζει και ο άλλος να χαζεύει. Το όνομά σου πιο είναι; ξέρω μόνο την ματιά να αναγνωρίζω και το χάδι, είσαι εσύ.
Έρχεσαι πάντα, με πρόσκληση και αγκαλιά στην σκέψη σου. Ένα φιλί θα ζητήσω και δεν σε λησμόνησα στιγμή, δεν ξέχασα μορφή και φωνή. Σε γεύομαι και άδειασε η σκέψη κάθε αλμύρα.
Έρχεσαι; και δεν βιάστηκα να ετοιμαστώ, όλα όπως θέλει η ψυχή.

Γιορτινό τραπέζι

Ήταν αφού είχα ξετυλίξει τα δώρα και αφού είχες αποκοιμηθεί που σκέφτηκα την αίσθηση της μυρωδιάς σου και κατέληξα στο πλάι σου, να αγγίζω και να νοσταλγώ αυτή την εικόνα. Περίεργο, θυμάσαι και βυθίζεσαι σαν να ήταν παρών το άρωμα, όχι εκείνος.
Είναι το πιο δυνατό συναίσθημα, θα ζούσες από αυτό ή θα επιζούσες. Κεριά αναμμένα, στρωμένο χαλί και η φλόγα έμοιαζε να θεριεύει μαζί με τις σκέψεις.
Ήταν λίγο αφού είχα μαζέψει και το τελευταίο πιάτο και αφού είχες ψελλίσει μια λέξη που σκέφτηκα την αίσθηση του να με καλείς και κατέληξα στο πλάι σου, να αγγίζω και να νοσταλγώ αυτή την εικόνα.
Περίεργο, ήταν σαν να βυθίζομαι σε σένα και να υπαγορεύω τις φωνές και τις κινήσεις σε ξένα σώματα.

Κουτιά

Κιβώτια στοιβαγμένα, άλλα με τάξη και σειρά, άλλα παρατημένα σε γωνίες να γεμίζουν απλά τον χώρο. Σκοντάφτεις πάνω σε ένα από δαύτα και έκπληξη σε περίμενε για να βρεις ένα αγαπημένο κουκλί, μια πιτζάμα που κοίμιζες τα όνειρα φορώντας την και ένα τζιν που όσες φορές κι αν το δοκίμασες δεν ξέφτισε ποτέ του. Είναι πολύ να σου ζητήσω να τα φορέσεις να τα δω αν σου ταιριάζουν; κράτα τα όπως θα σου υποδείξω, να βγάλουμε αναμνηστικές φωτογραφίες και να μοιράσουμε σε περαστικούς, κάποιος θα βρεθεί να σε αναγνωρίσει.
Σκόνταψες πάνω σε μια σκιά και δεν ήταν δικιά σου, χαμογέλασες, ζήτησες συγνώμη και σε κράτησε από το χέρι, γιατί δεν ήθελε να φύγεις.
Πακέτα το ένα πάνω στο άλλο να μένουν σταθερά και υπάκουα, αλλά με την αίσθηση της αφής πάντα.

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Υστερόγραφο

Και φοβάται η νύχτα και αργοπεθαίνει το κύμα στο πλάι μιας πολυκατοικίας, σε ένα σκοτεινό σοκάκι, σε μια χαραμάδα. Και πετάγονται φωνές και σιωπαίνουν οι τοίχοι, με τόση μαεστρία και τόσα φκιασίδια. Δικό σου είναι τέχνασμα, δική μου η στιγμή κα τα μάτια σάστισαν στο θέαμα και σκέφτηκαν φυγή. Δυο γράμματα στα χέρια που άργησαν να 'ρθούν, βιαστικό μαντάτο που περίμενε να φανερωθεί σε δικό του χρόνο.
Και ξεφτίζει η μέρα σε φόντο αλλιώτικο από πριν και ανοίγουν οι εσοχές στις παλάμες σου να πιαστούν να μην φανούν.
Υστερόγραφο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα σου, ιδανικό για χειμώνες και φωτιές.

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Είμαστε πέντε νοματαίοι, δεν θα φύγει κανείς, εδώ μέχρι να δούμε ποιος θα μείνει αλώβητος. Ξεκινήσαμε μαζί και είχαμε στόχο το όνειρο. Γίνηκε μακελειό, πέρασε αγέρας, νιώσαμε πόνο και όποιος άφησε τα χέρια, χάθηκε. Είμαστε πέντε υπόλογοι ενώπιον ψυχών και σωμάτων, δεν θα καθίσει κανείς, ως ότου δείξουν σε ποιον θα χαριστούν δυο ζωές. Κινούμενη άμμο και όποιος ξεχάστηκε, ανάσα δεν άφησε να φανεί σε ορίζοντα.
Η παραγγελιά δόθηκε και με ένα νεύμα το τραγούδι παίχτηκε, χειροκροτηθήκαμε και όποιος δεν έπιασε λουλούδι, κάθισε μαζί με το κοινό.
Είμαστε ένα και όταν βγαίνει η φωνή, η μελωδία της είσαι εσύ.

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Φτάνεις στο σημείο που έπρεπε να πυροβολήσεις και τολμάς και ρίχνεις δυο σφαίρες, να μην σε πουν δειλό. Τρέχεις σε φυγή και στην πλάτη σου έχεις ακουμπήσει το μέταλλο, αυτό να βρούν, όχι εσένα. Ήσουν σε ετοιμότητα, όμως δεν γίνηκε το φονικό και σε κατηγορούν οι φίλοι για προδοσία.
Ένα θύμα, δύο θύτες και δεν υπήρξε άλλοθι ικανό να τους ενοχοποιήσει.
Αρκέστηκες σε αποφάγια και δείπνησες μαζί τους, ώστε να μην πουν πως ήσουν αγενής. Καθήμενος σε πολυθρόνα, κρατάς πούρο και κονιάκ, είναι αρκετά για να αντέξεις το κρύο στο βλέμμα τους.
Λιμπίστηκες το φιλί σε χείλη ζωγραφισμένα και ενώ έπρεπε να κλείσεις τα μάτια σου, κράτησες την εικόνα και γονάτισες για να σου πάρουν το κεφάλι.
Φτάνεις στο σημείο που θα έπρεπε να παίξεις τον ρόλο σου και να ξεχάσουν πως είσαι θιασώτης και όχι ηθοποιός.

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Τα μηνύματα έπεφταν ως βροχή και τα δάκρυα γράμματα ακουμπούσαν σε χαρτί με σύνεση. Νέα χαρτογράφηση φώναξε ένα παιδί και εγώ συνέχισα να χαζεύω πάνω από την γέφυρα το νερό.
"Σε πεθυμήσαμε", φωνή από ψηλά , αλλά δεν κοίταξα, ήξερα το βλέμμα και τις προοπτικές. Σε κυνηγούν και τους ξεγέλασες, όπως έχεις εκπαιδευτεί.
Τα λόγια έπεφταν ως σιωπή και η ησυχία έγραφε νότες σε χαρτί με θλίψη. Νέα από την πόλη φώναζε ένα παιδί και εγώ συνέχισα να σκιαγραφώ την υφή μου στο νερό.
"Σε ξεγελάσαμε", δεν έπρεπε να έχω κοιτάξει, ήξερα τι θα αντικρύσω. Σε τραβολογούν από τον σβέρκο μικροί καημοί και ο λήθαργος δεν θα αργήσει.
Θα ξυπνήσω, μα άφησε με.
Η βροχή θα πάρει το χαρτί και η σιωπή την θλίψη.