Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

Οι λεγεώνες του Λοχ Νες


Μια φορά κι έναν καιρό, όπως ξεκινούν όλα τα παραμύθια, σε έναν μακρινό τόπο υπήρχε ένα τέρας, μην ρωτάς πολλά τώρα, έτσι το αποκαλούσαν όσοι έλεγαν πως το είχαν δει, το τέρας του Λοχ Νες. Όντως είχε τρομακτική μορφή, πελώριο σαν βουνό , πράσινο και γλοιώδες σαν σαύρα, αλλά με δυο μάτια που σαν τα κοίταζες γαλήνευε η ψυχή σου και αυτό γιατί το τέρας ήταν άγγελος πριν. 

-Πως έγινε αυτό; 
-Να κλείσεις τα μάτια σου και  θα σου διηγηθώ την ιστορία του.

Πριν πολλά χρόνια σε ένα χωριό που ανθρώπου  νους δεν μπορούσε να φανταστεί πως υπάρχει, όλοι οι κάτοικοι ήταν ευτυχισμένοι και ζούσαν ειρηνικά για πολλούς αιώνες. Όλοι οι χωρικοί είχαν δουλειές , οικογένεια και χρόνο για να απολαμβάνουν την φύση. Οι εποχές περνούσαν και όλα έμοιαζαν όπως πάντα. Μόνο χαμόγελο θα έβλεπες στα πρόσωπά τους. Το ξέρω δεν συνηθίζεται κάτι τέτοιο στις μέρες μας, αλλά αυτό το χωριό είχε ως προστάτες τις λεγεώνες του  Λοχ Νες.

-Μα έτσι δεν έλεγαν το τέρας;
-Ναι  και θα καταλάβεις παρακάτω το γιατί.

Οι λεγεώνες ήταν άγγελοι, που φυλούσαν το τελευταίο χωριό, όπου ζούσαν άνθρωποι που δεν είχαν έρθει ποτέ αντιμέτωποι με το κακό. Το σκέπαζαν με χιόνι τον χειμώνα, το φθινόπωρο με φύλλα από τα δέντρα, την άνοιξη με άνθη και το καλοκαίρι με το φως του ήλιου. Έτσι δεν μπορούσε ποτέ να τους βρει ο δαίμονας.
Οι άνθρωποι σε αυτό το χωριό γνώριζαν πολύ καλά πως υπήρχαν οι λεγεώνες, γιατί  ο βασιλιάς τους ήταν ένας από αυτούς. Ψηλός ξανθός  με χρυσοκέντητα φτερά.
Τα χρόνια περνούσαν, οι εποχές άλλαζαν, αλλά το κακό πάντα παραμόνευε. Ερχόταν συνέχεια νέα από τον έξω κόσμο πως το κακό θέριευε και απλωνόταν στις γύρω περιοχές και αυτό γιατί οι άνθρωποι ήθελαν περισσότερα πλούτη, περισσότερα αγαθά από όσα τους πρόσφερε η φύση και έτσι ο δαίμονας τους τα πρόσφερε απλόχερα, με αντάλλαγμα τις ψυχές τους.
Ο βασιλιάς μας ανησυχούσε, αλλά πάντα είχε τις λεγεώνες να φυλούν τα σύνορα του χωριού και πάντα με σύνεση, ώσπου οι εποχές άλλαξαν.
Μα πως έγινε αυτό; Τι απέγιναν οι λεγεώνες;
Όσο το κακό μεγάλωνε στις κοντινές περιοχές, οι λεγεώνες του Λοχ Νες αναγκάστηκαν να φύγουν για να πολεμήσουν με τον δαίμονα, θεωρώντας πως έτσι θα τον απομάκρυναν και θα έσωζαν και άλλες ψυχές. Πολεμούσαν νύχτα μέρα, αλλά η κούραση ήταν τόσο μεγάλη που σαν ήρθε εκείνος ο χειμώνας, χιόνι δεν σκέπασε το χωριό και το κακό μπόρεσε και βρήκε από πού προέρχονταν τα ίχνη μιας λεγεώνας, το χωριό μας.
Ο δαίμονας αμέσως έστειλε αγγελιοφόρους και μαχητές. Ο βασιλιάς  αντιλήφτηκε την παρουσία τους, αλλά ήταν μόνος του πια. Οι λεγεώνες μάχονταν στις γύρω περιοχές.
Τι μπορούσε να κάνει για να σώσει το μοναδικό χωριό που είχε μείνει αγνό;  Οι άγγελοι έχουν τόσες δυνάμεις που μπορούν να μεταμορφωθούν σε ό,τι βάλει ο νους  σου, αλλά μονάχα για μια φορά και είχε να αντιμετωπίσει τόσα δαιμόνια!
Το χωριό περιβαλλόταν από βουνά, ήταν τόσο εύκολο να τους επιτεθούν και μέσα σε λίγα λεπτά να χαθούν όλοι οι κάτοικοι. Αν και έμοιαζε ο χρόνος να τελειώνει, ο βασιλιάς προσευχήθηκε στον θεό και ευχήθηκε να βρέξει, οι άνθρωποι να γίνουν ψάρια και ο ίδιος  τέρας για να παλέψει ενάντια στο κακό.
Όντως ο ουρανός συννέφιασε  και ξεκίνησε καταιγίδα. Το χωριό μιας που ήταν σε πεδιάδα, δεν άργησε τα πρώτα σπίτια να σκεπάζονται από το νερό και όποιον ακούμπαγε να μεταμορφώνεται σε ψάρι. Οι δαίμονες σαν μεγάλα αρπακτικά, έπεφταν από τις κορυφές των βουνών, αλλά ο βασιλιάς πεταγόταν μέσα από τα κύματα και τους έπαιρνε μαζί του στον βυθό και τους έπνιγε. Η μάχη διήρκησε μερόνυχτα με τον βασιλιά να μην κοιμάται ούτε για μια στιγμή, πως μπορούσε άλλωστε, οι δαίμονες όλο και πλήθαιναν, διψούσαν για νέες ψυχές. Έβρεχε για αιώνες ώσπου ήρθε η μέρα που οι ουρανοί άνοιξαν. Επικρατούσε μια εκκωφαντική σιγή. Δεν υπήρχε κανείς , παρά μόνο μια λίμνη στο κέντρο του τοπίου. Οι λεγεώνες είχαν επιστρέψει πια, το κακό είχε αποδεκατιστεί, γιατί ο βασιλιάς, το τέρας  είχε αφανίσει όλους τους δαίμονες, κάτω από την επιφάνεια του νερού.
Μάταια τον φώναζαν να φανερωθεί, μα πώς να αντικρίσει τις λεγεώνες; Μετά από τόσο καιρό, ο βασιλιάς έμοιαζε να είχε πάρει την μορφή των δαιμόνων για να μην τον αντιλαμβάνονται εύκολα και να μπορεί να τους αιφνιδιάζει.
Ακούστηκε μόνο μια φωνή, να προσεύχεται και να ευχαριστεί τον θεό που σώθηκαν οι ψυχές των χωρικών. Οι λεγεώνες υποκλίθηκαν και πέταξαν ως τις κορυφές των βουνών για να φυλούν για πάντα το χωριό του Λοχ Νες.

2 σχόλια:

Μαριλένα είπε...

πολύ πολύ όμορφο!
κι όσο πρέπει μελαγχολικό -η μοναξιά του διαφορετικού, ε;
:)

Ευγενία είπε...

πάντα ;)