Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

Έτη εξήντα

Ετών εξήντα, όχι άνθρωπος, η σχέση. Εξηκοστά γενέθλια, να ετοιμάσω τούρτα και να καλέσω δυο ψυχές- καρδιές να κοιταχτούν, να φιληθούν και να γίνουν είκοσι χρονών, τότε που την πρωτοκοίταξε, τότε που δεν της γέμιζε και πολύ το μάτι. Θα γυρίσει να της πει πως από όλες τις κοπέλες του χωριού είχε και έχει ακόμη, τα πιο όμορφα μάτια, πως θα την γύρευε και πάλι για χορό και πως θα πάλευε μαζί της για μια κοινή ζωή.
Εξήκοντα έτη, συναπτά και δεν μοιάζει να έχουν κουραστεί από την παρέα, αν και η ζωή τους δυσκόλεψε, τους εξόρισε, τους έδειξε δρόμο τραχύ.
Λίγο κρασάκι στα χείλη μιας και το καλεί η μέρα, τέσσερις γουλιές για τις χαρές τους και μια φωτογραφία αναμνηστική για να πειστεί και ο πιο δύσπιστος πως υπάρχουν ακόμη.
Είναι οι πιο λατρευτοί, οι πιο αγαπητοί. Θα ακούσεις παράπονο, αλλά το χατίρι θα γίνει.
Ο ένας πάντα είναι πιο εγωιστής, ο ένας θα παραδεχτεί και θα το πει δημοσίως, πως έχει υπάρξει τυχερός, ο άλλος θα βουρκώσει.
Η ψυχή να σας δίνει αντοχές για τα πολλά που η ζωή ακόμη φέρνει.
Σας θέλει δυνατούς!

Μωρό παιδί



Ένα μωρό παιδί σε κάνει ό,τι θέλει. Δεν μιλάει καν και στην υποψία πως απλά κάτι θέλει να σου επικοινωνήσει τρέχεις. Σε μια κούνια κάθεσαι και χαμογελάς σαν να είσαι το παιδί εσύ και αφήνεσαι. Η πιο ξέγνοιαστη στιγμή, η πιο ανέμελη και όμως σαν συλλογιστείς πως ο χρόνος δεν είναι με το μέρος σου, μαυρίζεις. Εννέα μήνες πέρασαν εις διπλούν και αν νόμιζες πως έτσι θα ήταν τα πράγματα, ήρθε μια παρουσία και σου άλλαξε σκεπτικό, μπορεί και ψυχή ολάκερη.
Χτίζεις δίαυλο επικοινωνίας, διαμορφώνεις σκηνικά και τοπία και θα αναγνωρίζεις μια ζωή, όπου κι αν σταθείς. Θα είναι μαύρες οι μέρες και θα μετράς εκείνες τις μέρες. Θα είναι γιορτή και θα αποζητάς το πιο ζεστό πρόσωπο. Δεν θα σου μιλά, γιατί θα σε κατέχει πιο καλά από όλους.
Έχε το καλά στο νου σου, σε ξέρει. Εσένα κοίταζε και φανταζόταν τον κόσμο, εσένα και πίστευε σε ζωή, δεν θα σε απογοητεύσει, όσο κι αν το θελήσεις, για να έχεις μια παρηγοριά, όταν θα είναι μακριά.
Ένα παιδί σε κάνει ό,τι θέλει. Επανειλημμένως θα ζητήσει, θα απαιτήσει και εσύ θα πράξεις αυτό που όφειλες και θες.

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Αποτύπωμα


Καιγόταν η σάρκα και ακουμπούσε το παγωμένο πάτωμα. Τελείωμα πάνω σε αντίθεση και επιφυλακτικότητα. Δυο σταγόνες κόκκινο κρασί και έκαναν την διαφορά. Στόλισες το κόκκινο στο χαλί και τράβηξες δυο γραμμές στον τοίχο. Είναι έντονο θα μείνει το σημάδι της στιγμής. Αν μιλήσω θα χαθώ στις λέξεις, αν με παρατηρήσεις θα απορήσεις και ο ίδιος, επομένως μονόδρομος στο απαγορευτικό εισόδου.
Έχει την δικαιολογία στα χείλη ή στο πιοτό; το σώμα θα αναστηθεί σε άγγιγμα και η ψυχή, θα ορκιζόσουν πως δεν υπακούει σε κανενός το κέφι, μα στην ίδια της την ματαιοδοξία. Ψιθύρισε την πλοκή όσο μπορείς πιο αργά, οι κινήσεις καταγράφονται δίχως να τηρηθεί σειρά εμφάνισης.
Αγαπούσε το κρύο και αντιλαμβανόταν τις αλλαγές. Θα έσπαγε, θα μεταμορφωνόταν, αλλά παντού θα έβλεπες την ίδια εικόνα, να κείτεται στο παγωμένο πάτωμα και εσύ να την θεωρείς νεκρή.
Μέτραγε τους παλμούς και συντόνιζε τα χείλη κατά την έξοδο τους στο φιλί.

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Δήλωση



Έτσι ξεκινούν οι πιο μεγάλες ιστορίες, κάπως διαφορετικά τελειώνουν, αλλά το σκηνικό θα είναι απλό και απέριττο. Ίσως να προκύψει ένα γράμμα ή μια φωτογραφία που στο πίσω μέρος της θα έχει ένα ξεθωριασμένο απόφθεγμα και μια καρδιά. Αιωνίως προδομένος από το κατεστημένο. Οι σελίδες του βιβλίου τελειώνουν απότομα και ο ακροατής σου απογοητεύεται για μια ακόμη φορά. Πρέπει να σε έχουν μάθει όλοι ως τώρα και να κοιμάσαι ήσυχα στο μαύρο σου.
Οι καρδιές ραγίζουν, αν την έχεις, αλλά αν την είχες δοσμένη εξ αρχής, τι να φοβηθείς!; οι ψυχές δυναμώνουν, όσο θυμούνται την αίσθηση της ελευθερίας.
Μια γωνιά να ξαποστάσεις, η μέρα επιτέλους κρύφτηκε, θα βγάλεις τα ρούχα σου και θα βυθιστείς σε κόσμο γλυκό και απόμακρο.
Μην ξεχνιέσαι, δεν υπάρχεις!

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Απομόνωση

Άκουγες την απομόνωση που σου χάριζε η βροχή. Τα σύννεφα είχαν καλύψει τον ορίζοντα και το μόνο που έβλεπες, ήταν οι γραμμές που έπεφταν στο χώμα, οι σταγόνες ξέφευγαν απλά από τα μάτια σου. Λευκό τοπίο δίχως χιόνι. Τα φώτα της πόλης ξεγελούν και τον πιο γνωστικό. Μικρά βήματα θα κάνεις ή και καθόλου, αν αυτό αναφέρεται στο να μείνεις στο κρεβάτι σου για όσο ακούς αυτό το γλυκό θόρυβο της βροχής. Έχει σκοτεινιάσει αρκετά για να φέγγει ένα δυο λαμπιόνια από ξεχασμένα Χριστούγεννα και γιορτές Κλείνεις τα μάτια, ανοίγεις την κουρτίνα. Αφήνεις μια σχισμή στο παράθυρο, να αναπνέει το δωμάτιο και αφήνεσαι στην στιγμή. Πιο ασφαλής από ποτέ, σκέφτεσαι ένα χαρτάκι, τσαλακωμένο, υγρό να περιφέρεται σε μια ροή σκέψεων, που θα συνέχιζε μέχρι την θάλασσα και εσύ είσαι μακριά της. 
Ο ουρανός άθικτος από το τόσο γκρίζο. Είναι πέρα από το σύννεφο, στολισμένος με όμορφα αστέρια, μικρά υπέρλαμπρα, απόμακρα ή και ανύπαρκτα, αλλά έχουν αφήσει το φως τους αναμμένο γα επόμενες αδήλωτες περιπλανήσεις.
Λευκό, κρύσταλλο και οι σταγόνες που ξεφεύγουν και ακουμπούν στο χώμα, αυτό σε σώνει.

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Στην θάλασσα

Να ήμουν ερωτευμένη μια δυο φορές τον χρόνο με περίσσια ψυχή. Να είχα να δωρίζω, να είχα να πονώ και να μην αισθάνομαι καημό. Λένε, παρηγορούν καίνε σημάδια και απομεινάρια, ενώ εσύ πενθείς και βρίσκεσαι στην άκρη. Να ήθελε η καρδιά να ξεχνά, να μην νοσταλγεί, να κάνει όνειρα μονάχα. Αυτό της είπαν πως ξέρει, αυτό και μόνο αυτό και εκείνη άντεξε, να στέκεται όρθια στην άκρη. Ξέρεις το τέλος, το είχες μελετήσει από την αρχή, με προσοχή και σύνεση, μα το αγαπάς τόσο πολύ το δράμα και το μελό.
Δυο μάτια που βλέπου θολά από τα δάκρυα και μια καρδιά που δεν σταμάτησε ποτέ να ακούει στο ίδιο καρδιοχτύπι.

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Μονάχα



Η αγάπη έλεγε και εκείνοι ονειροπολούσαν το φιλί κι ας το είχαν γευτεί. Είχε δαχτυλίδια στα χέρια ενώ την αγκάλιαζε και πέρναγε εικόνες από αναμνήσεις στα μαλλιά της. Θα άκουγες να ψελλίζουν λέξεις, ενώ εκείνοι μιλούσαν για μια ιστορία αιώνων και καημών. Ήταν κάτι δυνατό, είχαν χαράξει τα ονόματα τους στην άμμο και η αλμύρα θα τους το θύμιζε αργότερα.
Η πορεία κράταγε την κλωστή σε όλη τη ζωή και εκείνοι μεθούσαν, την άκρη μην βρουν, να μην δώσουν εξηγήσεις, το φιλί να μην χαθεί. Είναι ίσως απερίσκεπτο να μην σκέφτεσαι, αλλά δεν πονά πιο πολύ το να μην νιώθεις το άγγιγμα; τον τρόπο που σε κοιτά και εσύ που διστάζεις να κοιτάξεις μάτια και αρέσκεσαι να εστιάζεις στο χαμόγελο;
Αρκούσε να τον κρατά από το χέρι ευλαβικά και εκείνος να μιλά.


Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Πείσμα

Πρέπει να υπάρξει απόσταση για να σε ζητήσω τόσο έντονα πίσω, να σε αγκαλιάσω. Η αίσθηση δεν σε αφήνει ποτέ, αλλά σε αποπαίρνει η συνήθεια της σκέψης, που όσο κι αν προσπαθήσεις, καταλήγεις στο ίδιο πρόσωπο. Είναι τόσο ζεστό ή σου έλειψε η θέρμη του;
Πρέπει να υπάρξει αφορμή για να σε ζητήσω πίσω, τόσο επίμονα και να σε φιλήσω. Τα όνειρα δεν ξεχνούν, δεν σε αφήνουν να ξεχάσεις τα μάτια που ποθείς και θα στα φέρουν εικόνα ζωντανή. Όσο κι αν προσπαθήσεις, η φυγή σου κάνει κύκλους και σε οδηγεί με ακρίβεια στην ηδονή σου.
Ξέσπασμα η αφή και όσα τα χείλη φίλησαν, δεν έγιναν ποτέ δικά τους.

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Κοινοπραξία

Κοινοπραξία η ανάμνηση. Μια σκέψη θα έρθει και θα κουμπώσει σωστά το κρύο. Μια εικόνα θα έρθει και θα αναζωπυρώσει στάχτη και ξύλο. Τα όνειρά σου είναι όμορφα, έχουν κάτι διαφορετικό, ένταση, συναισθήματα. Η πράξη στην προσμονή και στην έξαψη, θα κινηθεί προς το κορμί και ο αναστεναγμός θα κατακλίσει την σιωπή της ψυχής. Ο μορφέας χαίρεται να σε καλωσορίζει στις γειτονιές του με βλέψη για ταξίδια μακρινά κι ας μην του το ζητάς, εκείνος έχει προνοήσει για τα πάντα.
Κύλησε το φεγγάρι στην ματιά σου κι ώσπου να πεις το όνομά του, η μορφή του θα έχει γύρει δίπλα σου και θα ανασταίνει κορμί στα απέραντα της στιγμής που θα μοιάζει αιώνας.
Όλα με το μέρος σου και ήρθε και ταίριαξε η ανάμνηση στην σκέψη, στο τελείωμα της μέρας.

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Αναπαράσταση

Κοντοστεκόταν στην άκρη της γραμμής και στόχευε στο κενό της ψυχής του. Διαδραματιζόταν η αναπαράσταση του φονικού και με βλέμμα σκυθρωπό, αλλά βέβαιο για τα ευρήματα παρηγορούσε τους περαστικούς. "εδώ πιο πέρα και με ακρίβεια πνοής, βρισκόταν η μορφή της....", το άκουσε μέχρι και ο ουρανός και σχίστηκε στα δυο.
Λίγο πιο 'κει δυο φιγούρες κάθονταν σε βρεγμένα κούτσουρα και έσβηναν νωπές γόπες από δάκρυα και όχι από βροχή. Μονολογούσαν, έμοιαζαν να είναι ξένοι, αλλά είχαν την τύχη του μάρτυρα, να έχουν κλέψει την τελευταία της εικόνα.
Κοντοστεκόταν στην άκρη της γραμμής, στα όρια μια κορδέλας που οριοθετούσε κόσμο και ντουνιά.
Στα μάτια του έβλεπες μόνο την τρέλα μιας θάλασσας που θεριευε και γινόταν ένα με τον ουρανό. Μορφή, δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις και διάλεγες να περιμένεις με υπομονή ως το τέλος για να συλλέξεις πληροφορίες και την αιτία στο "γιατί!! ".
Όλα τραγικά και ωραία. Ενας χαμός και ένα τοπίο που περιέγραφε την ύπαρξη της.