Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Ανυποψίαστοι

Πέρναγε ο χρόνος με ρυθμούς που ούτε και ο ίδιος φανταζόταν ποτέ και χάιδευε ο ήλιος το πρόσωπο πια. Καθόταν στα χαλίκια και πέταγε ένα κάθε λεπτό, όλο και πιο εκεί. Σκόνη από τον αέρα στο πρόσωπο. Τα ρούχα του άλλαζαν χρώμα, αλλά τον ένοιαζε μονάχα η εικόνα εμπρός του. Σε θυμάται ακόμη και αναπολεί το θλιμμένο σου πρόσωπο που έφεγγε στα σκοτάδια του, γιατί ήξερε πως χαμογελούσες όταν τον σκεφτόσουν.
Χάιδευε το πρόσωπό του και έφευγαν τα σημάδια για μια στιγμή. Ήταν λες και ο χρόνος ξεπέρναγε τον ορίζοντα και στροβίλιζε την μορφή της σε θάλασσα και ουρανό. Το μαύρο πλησίαζε και εκείνος το απωθούσε μαζί με την σκόνη από τα χείλη του.
Σε ήθελε, σε θέλει κοντά, οικεία, σαν θέρμη, σαν πανοπλία φτιαγμένη από ατσάλι και φιλιά.
Έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή και ήταν αρκετή να παρουσιαστείς με ένα χάδι στην πλάτη και να τον ρωτήσεις, αν όλα είναι καλά και να του χαμογελάσεις.
Έτυχε τα όνειρα να μένουν κοντά!

Δεν υπάρχουν σχόλια: