Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Άχυρα

Ο σαλεμένος γητευτής και το αλλόκοτο ξωτικό προσπαθούν να θέσουν ερωτήματα και να πάρουν απαντήσεις. Κι αν δεν ήξεραν πως η όλη φασαρία γίνεται για το τίποτα κι αν δεν ήξεραν πως θα μάλωναν για κάτι ποταπό, όπως η αμαρτία.
Σε ξέχωρα κελιά κοιμούνται. Λένε τραγούδια λίγο πριν το τέλος της μέρας και αφηγούνται μετά την πρώτη φορά που το άκουσαν. Πρέπει η νύχτα να τους είχε θολώσει. Με τέτοιο φεγγάρι σαν το αποψινό, δεν θα είχε κανείς μυαλό για δεύτερες σκέψεις, θα έπινε ήσυχα το κρασί του και θα ακολουθούσε τον δρόμο της απομόνωσης.
Εσύ γιατί πρέπει να αφεθείς ελεύθερος; και εγώ γιατί να κάθομαι έξω από ένα κλουβί και να χαζεύω μέσα του; όλοι είχαν απορίες και εσύ πέρναγες από δίπλα τους, αγέρωχος με ποτό παγωμένο στα χέρια και ζήλευαν την διαχωριστική γραμμή.
Πρώτη μέρα στο προαύλιο και πιάστηκαν στα χέρια. Συνηθισμένο για πρωτάρηδες, ξεχασμένο για τους αιώνιους ταλαίπωρους. Γίνηκε μια χαρακιά και ακούστηκε το τουφέκι. Απομακρύνθηκαν τα μαχαίρια και όσοι ήταν δίπλα στην γραμμή, κίνησαν προς τα πλέγματα.
Το αίτημα ήταν το ίδιο, όπως και χθες. "να μας χωρίσετε! ανήκουμε αλλού. εγώ εδώ και εκείνος πάνω στο άλογο".

Δεν υπάρχουν σχόλια: