Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

Ύφεση

Χτύπαγε και δεν άνοιγε κανείς κι ας έβαζε δύναμη και ας ήταν μερόνυχτα σε τούτη την ξύλινη πόρτα. Είναι να πεις πως δεν άκουγαν; ήταν που ακούμπαγε το χέρι της, να νιώθει την ύλη να γδέρνει το δέρμα της, να βλέπει πληγή και αίμα και να σταματά για λίγο. Σε εκείνο το σημείο δεν ένιωθε πόνο, αλλά το δάκρυ κυλούσε μιας που δεν αντανακλούσε σε νερό, μα σε πόρους και χώμα.
Να σε κατείχε αναλογίστηκες και ήταν η μοναδική σκέψη  που σε έκανε  να απομακρυνθείς και να ανασκουμπωθείς.
Κεφάλι με βλέμμα χαμηλωμένο κι ας έβαζε δύναμη να στέκεται σε ευθεία ορίζοντα, θολωμένο έμενε το μυαλό που εξήγηση δεν έβρισκε. Το χέρι άφηνε την πληγή να θρέφει και ο πόνος γινόταν έντονος μέσα στην ψυχή.
Εσύ που ξέρεις, γιατί δεν μου μιλάς; παράπονο τα χείλη ξεστόμισαν και δαγκώθηκε, την πίκρα εκείνη να λάβει και να πειστεί, πως δεν την άκουσε κανείς.
Θαρρώ πως έφτασε, κάπου θα κάθισε για ένα βράδυ, μια στιγμή, μα της είπαν πως δεν άνηκε εκεί, πως έμοιαζε σαλεμένη και απομακρύνθηκε από την σκέπη.
Τα πόδια της άγγιζε η αλμύρα και χόρτασε να βλέπει ακτογραμμή.
Κουβαλούσε κύμα και θύελλα, άφηνε φιλί και την αίσθηση της αφής σε χείλη ξένα, να έχει κάποιον να λέει πως έμοιαζε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: