Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Αφημένο

Τα λόγια σου μπορεί κάποιος άλλος να είχε  πει πιο πριν και σε πρόλαβε. Μοιάζουν με κάτι οικείο, με κάτι χιλιοειπωμένο, αλλά δεν φέρνει κάτι από χάδι γνώριμο ή ξεφτισμένο.
Ήθελες μια απαγγελία τώρα. Τώρα που το φεγγάρι κάνει δρόμο για να γεμίσει, να ολοκληρωθεί και πάλι να σου κρυφτεί για πιο λίγο από μια δεκάρα και ένα τάλιρο.
Άλλαζε η όψη σου, μπορεί να έφταιγε η κλίση του δρόμου ή το γεγονός πως δεν σε κοιτούσα, αλλά προτιμούσα να ακούω την φωνή σου και να οραματίζομαι τις εικόνες που δημιουργούσες.
Είπες  τον λόγο σου τον σωστό και κάθισες για πόρισμα και χειροκρότημα. Το αεράκι έπαιρνε τις λέξεις και έφερνε πιο γρήγορα τα χείλη στο δέρμα σου. Έτυχε μια αγκαλιά και από την ένταση της βραδιάς ξεχάστηκε το φεγγάρι να κοιτάζει πάνω σου και όχι εμπρός του.
Κάπως έτσι η μορφή σου ταίριαξε με την νυχτιά και εγώ αποκοιμήθηκα σκεπτόμενη τα λόγια σου, που έμοιαζαν να πορεύονται προς τον ουρανό, κάποιος θα σε άκουγε.

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Αρπαγή

Σπασμένα απομεινάρια κουφαριού παρατημένα για τον επόμενο θύτη, να αποτελειώσει τα αποδεικτικά στοιχεία που θα οδηγούσαν σε παρουσία. Πριν από ώρες πνοές χτύπαγαν η μια πάνω σε άλλη για να προσποιηθούν την ζωή. Έπρεπε να νιώθει την ώρα που η επίθεση γινόταν έντονη και την ακούμπαγαν νύχια και σαγόνια αρπακτικών. Βλέμμα, φώναζε και σώπαιναν οι ακτίνες πάνω της, καθώς η όψη του κόκκινου γινόταν βαφή σε δέρμα και τρίχωμα.
Κοίταξαν να πάρουν αυτήν που έμενε πιο πίσω από όλους, αυτήν που φαινόταν αφηρημένη, σε κόσμο ξένο.
Έτρεξε, πάτησε σε νερά και σταμάτησε πριν τον γκρεμό, λες και διάλεγε θυσία και όχι αυτοκτονία. Κάποιοι κοίταζαν απλά και κατέγραφαν, κάποιοι απλά κρατούσαν τον χρόνο αντίστροφα για την δική τους απονομή και απολαβή.
Ματωμένη, ακίνητη με τα μάτια ανοιχτά, εξέπνεε, ο σκοπός είχε επιτευχθεί, είχε ζήσει πλήρως.


Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Αναμενόμενο

Μάγοι δεν ήρθαν, στέφανα δεν έλαβες και έπλεξες κλαδιά ξερά, να εναποθέσεις τα λουλούδια που είχες συλλέξει από τους αγρούς. Σε γύρεψε μια μαχαιριά και στάθηκες ακίνητη, να βρει στόχο και να ησυχάσει η ψυχή. Το βλέμμα κράτησες σε ουρανό και θάλασσα, αλλά το αστέρι σου έμενε σταθερό, με φως έντονο, να αντανακλά σε εκείνην και όχι στην δική σου αγκάλη.
Παραμυθάδες από τους πιο εκλεκτούς, σε γύρεψαν και δικαιολόγησες την απουσία σου, γιατί είχες ονειρευτεί πιο πριν όλα όσα ήρθαν να σε βρούν.
Λόγια και μελωδίες παραπονέθηκαν σε γραφή δική τους και μοίρασαν το ραπόρτο τους με την πρώτη ένδειξη μέρας.
Φόρεσες στεφάνι και πορεύτηκες σε δρόμο γεμάτο από λευκές οργάντζες και σατέν κορδέλες. Έπιανες και έκοβες όσες τις έφερνε ο άνεμος στο κορμί σου και έντυνες τα κλαδιά. Πέρασες και μια στον καρπό σου, άφησες να αιωρείται ως την αυγή, την επόμενη μέρα είχε λυθεί και το φιλί.

Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

Κάμαρα

Ήρθε η νύχτα και αυτό συνέφερε την σιωπή. Διάλεξε μεριά και γωνιά και ξάπλωσε σε απέραντο στρώμα, να πηγαινοέρχεται στα στενά δρομάκια που στοίχειωναν ένα κάστρο.
Εγώ απλά κοιτούσα τον πόνο της που δυνάμωνε και μετρίαζε τα θέλω της, μέσα σε μια πικεδένια κουβέρτα, που την τύλιγε και ένιωθε την θέρμη μιας εστίας.
Το φεγγάρι να γυρέψεις. Είναι ένας λόγος να μην κοιμηθείς ούτε απόψε και να φυλάξεις τις άκρες σου από ανθρώπου χάδι.
Ήμουν ένα με την περιγραφή της μορφής μου και παρακαλούσα να αισθανθώ κάτι να σαλεύει εντός και εκτός συνόρων.
Η νύχτα είχε συμφωνήσει να κάτσει κοντά μου, να παίξει δυο νότες από αστέρια, τόσο όσο για να μην παραπονεθώ.
Σου έμεινε ο χρόνος αμανάτι,  να προτρέχει, να σκοντάφτει και να αργοπορεί, μόνο όταν τον εγύρεψες.

Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

Ερυθρός νάνος

Τον μάντη έκανες και βγήκες σωστός. Πρόβλεψη από μάτια ξένα σε ρώτησαν πως μπόρεσες και έβγαλες. Σώπασες τον θόρυβο, κοίταξες με προσοχή και άφησες την ψυχή να έρθει συνάμα και να σου πει όσα θα ήθελε να έχει πράξει. Είναι η ανάγκη που μίλησε και αυθόρμητα ήπιε δυο γουλιές παραπάνω και άρχισε να παραμιλά νότες και σκίτσα.
Δεν το ήθελες, απλά είδες αυτό που υπήρχε εμπρός σου και το περιέγραψες.  Έπεσαν τα χαρτιά στο τραπέζι και εκείνος διάλεξε τον εαυτό του. Αυτό του γυάλισε, ξεχώριζε και του προείπαν πως δύσκολα θα βρίσκει ταίρι. Ο χρόνος κι αν φάνηκε σκληρός και τήρησε την ερμηνεία του ξένου, άλλαζε εποχές και ήλιους και τον έβαζε να κοιμάται από την πλευρά του παραθύρου.
Χάζευε φεγγάρι ουρανό και δεν θα γνώριζε ποτέ, πως ήταν ο ίδιος ουράνιο σώμα, από αυτά που θεριεύουν με φως και ησυχάζουν στο σκοτάδι και στο άπειρο.
Κάποια στιγμή θα πάψει, αλλά προϋπήρχε.

Ύφεση

Χτύπαγε και δεν άνοιγε κανείς κι ας έβαζε δύναμη και ας ήταν μερόνυχτα σε τούτη την ξύλινη πόρτα. Είναι να πεις πως δεν άκουγαν; ήταν που ακούμπαγε το χέρι της, να νιώθει την ύλη να γδέρνει το δέρμα της, να βλέπει πληγή και αίμα και να σταματά για λίγο. Σε εκείνο το σημείο δεν ένιωθε πόνο, αλλά το δάκρυ κυλούσε μιας που δεν αντανακλούσε σε νερό, μα σε πόρους και χώμα.
Να σε κατείχε αναλογίστηκες και ήταν η μοναδική σκέψη  που σε έκανε  να απομακρυνθείς και να ανασκουμπωθείς.
Κεφάλι με βλέμμα χαμηλωμένο κι ας έβαζε δύναμη να στέκεται σε ευθεία ορίζοντα, θολωμένο έμενε το μυαλό που εξήγηση δεν έβρισκε. Το χέρι άφηνε την πληγή να θρέφει και ο πόνος γινόταν έντονος μέσα στην ψυχή.
Εσύ που ξέρεις, γιατί δεν μου μιλάς; παράπονο τα χείλη ξεστόμισαν και δαγκώθηκε, την πίκρα εκείνη να λάβει και να πειστεί, πως δεν την άκουσε κανείς.
Θαρρώ πως έφτασε, κάπου θα κάθισε για ένα βράδυ, μια στιγμή, μα της είπαν πως δεν άνηκε εκεί, πως έμοιαζε σαλεμένη και απομακρύνθηκε από την σκέπη.
Τα πόδια της άγγιζε η αλμύρα και χόρτασε να βλέπει ακτογραμμή.
Κουβαλούσε κύμα και θύελλα, άφηνε φιλί και την αίσθηση της αφής σε χείλη ξένα, να έχει κάποιον να λέει πως έμοιαζε.

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Τσακμάκι

Πλησιάζοντας με κοφτές ματιές θα αντιλαμβανόσουν τόσο το μαύρο, όσο και το λευκό στα μάτια του. Προσπέρναγε τους πάντες, δεν ρώταγε τι και πως, απλά ερχόταν κατευθείαν στο μοναδικό άτομο που τον ενδιέφερε πραγματικά.
Έφερε δυο σημάδια στην πλάτη του, ανάγλυφα, αν σε άφηνε να αγγίξεις.
" Έντονη η γραφή σου", αυτό είχε καταλάβει, αν και δεν είχες σπάσει καμία μύτη από τα μολύβια σου, δεν είχες πατήσει πάνω στο παρελθόν για να τονίσεις, πως αυτό που ένιωθε ήταν ανάγκη, όχι φιλί.
Τον έβαλε να κάτσει δίπλα της, όσο εκείνη μουτζούρωνε σελίδες από τις ζωές των περαστικών. "έχεις γούστο". αυτό ήθελε να της τονίσει, λες και είχε περισσέψει ατάκα από τα ψες, αλλά χαμογέλασε και συνέχισε να του δείχνει τα αποτυπώματά της, πάνω στην πλάτη του. Ήταν ανάγλυφα, έντονα, λες και του τα είχε ζωγραφίσει.
Χαιρετίστηκαν στα χείλη, σταύρωσαν τα πανωφόρια τους και κατηφόρισαν τον δρόμο που ήρθε.
Του άφησε ενα τσιγάρο στην τσέπη και κράτησε το τσακμάκι.

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Ύλη

Σε είχε δίπλα του και σκεφτόταν πως αυτό είναι ευτυχία. Όνομα και ψυχή.Έτσι την έλεγαν, και όταν το συνειδητοποίησε , αγχώθηκε, να μην την χάσει και χαθεί. Μέσα στο παρανοϊκό σκηνικό  λογικεύτηκε και ηρέμησε τους παλμούς του. Ήταν εκεί, ένιωθε την ανάσα της να γυρνά στο μαξιλάρι και να τυλίγεται γύρω του, ασφάλεια. Μια στιγμή ήταν και ταξίδεψε αιώνες. Έφτασε στα άσπρα μαλλιά, σε επιδερμίδες που τράβηξαν τα πάνδεινα κι όμως ήταν εκεί, μέσα σε γνώριμη αγκαλιά, που ανέκαθεν έκλεινε με τον ίδιο τρόπο, όπως και στο τώρα.
Σε είχε δίπλα του και συλλογιζόταν την λεπτομέρεια του αρώματός σου. Πόσες νότες είχε από την ψυχή σου και πόσες από πέταλα ανθισμένα και συνετά σε όψη και αφή. Το όνομά σου ψιθύριζε με τρόπο τέτοιο, ώστε  να σε κάνει τα βλέφαρα να ανοίξεις αμυδρά, να δει το χρώμα της ίριδάς σου και να ψελλίσει, ευτυχία.
Σώμα και ψυχή. Έτσι ήταν!

Εύθραυστες ισορροπίες

H ψυχή μου έμενε πάντα δυο τετράγωνα πιο κάτω απο μένα, να είμαστε σε απόσταση, να μην φτάνει να μου ζητήσει. Της άρεσε να χαζεύει με τις ώρες, να γυρνά στον κόσμο και να δηλώνει πως είναι ανεξάρτητη από μένα. Δυο πνοές πιο εκεί ζούσε και το όνειρο μαζί της και ήταν ωραία. Κάπως ρύθμιζε τον χρόνο και έβρισκε χαραμάδες, τις ζωγράφιζε νομίζω και ο κόσμος έμοιαζε να περισσεύει σε μέρα λογική, μα η νύχτα ήταν δικό της τέχνασμα.
Η ψυχή μου κοντοστεκόταν δυο τετράγωνα πιο πέρα από μένα και ρύθμιζε τα φανάρια στην διασταύρωση. Ισορροπίες έβρισκε και μοίραζε και όλα ήταν καλά.
Σαν γύρισε σπίτι, πρώτα από όλα με κοίταξε, με επεξεργάστηκε και σαν της θύμησα ό,τι δικό της, κάθισε αντίκρυ μου, να χαζεύει τα λόγια που έβγαιναν από το στόμα μου για εκείνον.
Της είχε λείψει η λεπτομέρεια της μορφής του, η όψη των ματιών του και ο τρόπος που αγκάλιαζε την νυχτιά με μια κίνηση.
Ήρθε και μου θύμισε, πως για να ήρθε, είναι γνώριμη από παλιά και μόνο εκείνη θα σκαρφάλωνε δυο ορόφους μόνο και μόνο για να με δει και να μου πει πως θα ξανάρθει, μιας και μένει εδώ κοντά.

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Τσάρκες στο Παρίσι



Μια φορά κι έναν καιρό, όπως ξεκινούν όλα τα παραμύθια, δύο τετράγωνα παρακάτω από εδώ εξελισσόταν το δράμα της πριγκίπισσας σίσσυς. Είχε μαζευτεί  κόσμος και κοσμάκης για να παρακολουθήσει την πρώτη θεατρική παράσταση που είχε σκηνοθετήσει η ίδια. Κανονικά θα έπρεπε να ασχοληθούμε λεπτομερώς με το ποια είναι η πριγκίπισσα, αλλά σε τούτο τον κόσμο, όλοι είχαν τίτλους  και μαρκίζες έξω από την οικία τους.

Κόρη του λόρδου Βύρωνα και θυγατέρα της Πηνελόπης Ω , έκτη στην σειρά των τέκνων τους και πρώτη θυγατέρα. Όσο παράξενο και αν ακούγεται στόχος των ζευγαριών σε τούτη την εποχή είναι το να φέρουν στον φως του κόσμου, μια και μοναδική κόρη και αυτό γιατί αυτομάτως οι γυναίκες παίρνουν τίτλο ευγενείας, ενώ οι άνδρες αφού και εφόσον παντρευτούν.

Αλλά ας γυρίσουμε πίσω στην αγχολυτική μέρα της πριγκίπισσας σίσσυς. Υποτίθεται πως ένα τέτοιο γεγονός, θα είχε όλη την προσοχή, τουλάχιστον τεσσάρων οικοδομικών τετραγώνων, αλλά όταν όλα τα κάνεις μόνη σου και όταν λέμε μόνη, εννοούμε ΜΟΝΗ, δεν υπάρχει χρόνος να τρέχεις από κολώνα σε κολώνα να τοιχοκολλήσεις αφίσες, να ανέβεις σε κάθε λογής δέντρο και να φωνάζεις σαν ντελάλης για το γεγονός. Μια ηλεκτρονική πρόσκληση έμοιαζε αρκετό, αλλά όταν το διαδίκτυο λογαριάζεται ως τεκμήριο πολυτελούς διαβίωσης το αποτέλεσμα είναι γονείς και θειάδες στις πρώτες σειρές και έπειτα το χάος από κηφήνες και υποψήφιους γαμπρούς.
Παρ’ όλα αυτά, η παράσταση ήταν να πραγματοποιηθεί και να κινηθεί εντός σχεδιαγράμματος. Όνειρό της ήταν η προβολή του συγκεκριμένου έργου στις Κάννες και η απόκτηση ενός χρυσού αγαλματίδιου, που θα έφερε την επιγραφή «δικό σου για πάντα».

Το έργο έμοιαζε να έχει προσδοκίες ή μάλλον έτσι είχε φτιαχτεί εξ’ αρχής από την δημιουργό του. Στοιχεία δράματος, ένα απρόσμενο τέλος και μια πρωταγωνίστρια επί της σκηνής.

Φώτα έκλεισαν, κουρτίνες άνοιξαν και η εν λόγω πριγκίπισσα με ταπεινή κατά την εποχή αμφίεση εθεάθει να δημιουργεί ποικίλα σχόλια και εντυπώσεις στους επίδοξους θεατές. Μισή ωρίτσα διήρκεσε όλο κι όλο. Απέσπασε χειροκρότημα από τους κηφήνες και δυο, τρεις ανθοδέσμες και ένα γλαστράκι , δωρεά του διπλανού φυτώριου.

Όσο κι αν φαίνεται λίγο παράδοξο το όλο σκηνικό, ήταν πέρα για πέρα αληθινό.  Υποκλίθηκε στο κοινό της, ξέβαψε πρόσωπο, άλλαξε αμφίεση και έπεσε στο κρεβάτι της να κοιμηθεί, όπως κάθε βράδυ άλλωστε με χαμόγελο και όνειρα που ξεπερνούσαν ακόμη και τον γαλαξία μας.

Την επόμενη μέρα, οι γονείς της την παρότρυναν να πάει στο εξωτερικό για σπουδές επί των θεαμάτων, αλλά υπήρχε μεγάλη ανησυχία για το μέλλον της, καθώς ήταν σε ηλικία γάμου. Όλες έπρεπε ως τα 25 να έχουν δηλώσει δημοσίως την προτίμησή τους, να κλειστούν τα προικιά και να δρομολογηθούν τα γλέντια και οι χοροί για έναν χρόνο. Οι σπουδές της πριγκίπισσας θα διαρκούσαν πολύ περισσότερο. Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο αυτό, αλλά στο στο εξωτερικό, όλα ήταν τελείως διαφορετικά από ότι δυο τετράγωνα παρακάτω. Του τέστιν, κανέναν τίτλος ευγενείας σε άνδρα ή γυναίκα, κανένας περιορισμός και σαφώς πολύ περισσότεροι κανόνες που θα έπρεπε να γνωρίζει.

Αν και έμοιαζαν όλα πονοκέφαλος για τους γονείς της πριγκίπισσας σίσσυς, συμφωνήθηκε να δηλωθεί γαμπρός, του οποίου η οικογένεια θα θυσίαζε τα γλέντια για να γίνει άμεσα ο γάμος. Η ίδια δεν έφερε αντίρρηση και αυτό γιατί είχε δρομολογήσει με τον κολλητό της ονόματι Ζαν Κλωντ  Μπατίστ κουτρούλη να φύγουν μαζί για το μακρινό Παρίσι το ίδιο βράδυ.

Ένα σακί που χώραγε νυχτικό, σοκολάτες και τα κείμενά της. Ο Ζαν είχε πάρει τα ανάλογα, μολύβια, ψωμί και τους οβολούς από τα προικιά της.

Αν και οι γονείς της όταν αντιλήφθηκαν πως είχαν δραπετεύσει, δεν ανησύχησαν ιδιαίτερα, καθώς βρήκαν άμεσα το σημείωμα που είχαν αφήσει οι επίδοξοι ονειροπόλοι: «πάμε λίγο πιο κάτω, 6 τετράγωνα για την ακρίβεια επί της οδού «Παρισιού». Το κάθε τετράγωνο έφερε και την ονομασία μίας χώρας, ενώ οι δρόμοι του είχαν αντίστοιχα ονομασίες πόλεων. Χρώματα, φαγητό, κουλτούρα όλα του εκάστοτε πολιτισμού.  Ήξεραν πως η σίσσυ δεν θα άντεχε να τρώει κρουασάν και τόστ, ενώ ο ζαν πέθαινε για λίγη πετσούλα από τα σουβλιστά κάθε Κυριακή, άρα σκέφτηκαν πως ήταν θέμα χρόνου να επιστρέψουν και να γίνουν όλα εντός σχεδιαγράμματος.

Από την άλλη η σίσσυ πια είχε δικό της διαμέρισμα, με γραφείο που συνδεόταν απευθείας με επώνυμους συγγραφείς και ο ζαν κλωντ είχε απέριοριστες επιλογές εργασίας, καθώς ήταν πλούσιος πια, με τόσα χρυσά φλουριά, ικανά να του εξασφαλίσουν μια χαλαρή και άνετη ζωή.

Πέρασαν 2 μήνες από τότε που έφυγαν από τα σπίτια τους και ενώ είχαν αρχίσει οι γονείς τους να χάνουν κάθε ελπίδα να τους ξαναδούν, η σίσσυ και ο ζαν επέστραψαν για να δώσουν μια νέα παράσταση.

Εδώ και μέρες στο τετράγωνο είχαν δει κάποιες αφίσες, είχαν ακούσει για μια καινούρια παράσταση, αλλά τίποτα δεν έμοιαζε να ήταν της σίσσυς. Πρωταγωνιστές ένα σωρό και οι καλύτεροι χορογράφοι. Όλοι είχαν λάβει θέσεις, τα φώτα έσβησαν οι κουρτίνες άνοιξαν και είδαν έκπληκτοι την σίσσυ και τον ζαν να τους καλοσωρίζουν με αμφίεση αντρόγυνου.  Ένα λευκό φόρεμα για την σίσσυ και ένα κουστούμι με παπιόν για τον ζαν.

Η παράσταση δώθηκε κανονικά, είχε στοιχεία τραγωδίας, ένα μέρος κωμωδίας και την νουθεσία από το ταξίδι.

Απέσπασαν χειροκρότημα στο τέλος από όλους, γονείς, γείτονες, δούκες και βασίλισσες και όλοι υποκλίθηκαν σε αυτό που δεν φαντάζονταν  ποτέ. Πως είχαν γυρίσει σε αυτό που τους ήταν γνώριμο, μα και συνάμα διαφορετικό πια!