Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Πειρατής

Θολωμένος από την φουρτούνα, άφησες για λίγο την σκέψη σου και μπήκες παραμέσα στο δωμάτιο. Το καθιστικό είχε τζάκι, την μοναδική εστία στον χώρο κι όμως προχώρησες προς την μεριά της. Δεν σήκωσε το βλέμμα της, κρατούσε θολωμένα μάτια, να μην σπάσει η καρδιά της. Κόσμος και κοσμάκης στα περάσματά σου. Είχαν αλλάξει οι εποχές, είχε φθαρεί η σόλα στις μπότες σου, αλλά εκείνη το χρώμα σου έριχνε μέσα στο μελάνι και ξεχώριζε το αποτύπωμα στο χαρτί. Ήξερες τα λόγια, μα στα είχε προφτάσει εκείνη πρώτα με το γράμμα.
Ζητώ την χείρα σου για ευχή να λάβω και ως το πρωι θα έχω ξεκουραστεί δίπλα σε ζεστό κορμί, που θα παίρνει κύμα και θα φέρνει ένταση από γη.
Πιο πολύ, από όλα, μου έλειψες εσύ, γιατί οι μέρες περνούσαν, αλλά όχι η θύμησή σου.
Απλή, με ύφος που θα αγκάλιαζε και ένα ορφανό, έναν πειρατή του δρόμου και ένα αφεντικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: